Monarchist League of Greece

Monarchist League of Greece

Πέμπτη, 25 Απριλίου 2013

ΤΙ ΜΟΡΦΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΘΕΛΕΙ Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ;


Πολλά έχουν ειπωθεί για το ζήτημα του πολιτειακού και την δήθεν "αμετανόητη" θέση του Βασιλέως Κωνσταντίνου. Ο Κωνσταντίνος γνωρίζει, όπως όλοι μας, πως το δημοψήφισμα του 1974 ήταν νόθο και υποσχέθηκε στις αρχές του έτους πως θα μιλήσει περί αυτού του θέματος. Ο Βασιλιάς μας αν μιλήσει για το Πολυτεχνείο, την Κύπρο, την μεταπολίτευση κάποιοι δεν θα ξέρουν που να κρυφτούν, δεν θα ξέρουν να βρουν καράβι για να φύγουν. 
Γι΄ αυτό  κάποιοι μην μιλάτε πολύ για τον Κωνσταντίνο γιατί δεν μπορείτε να βρείτε τρύπα να κρυφτείτε!!! 
Οι πολιτικοί δεν θέλουν να ελέγχονται γι΄ αυτό και βγάζουν τόσο δηλητήριο κατά της Βασιλευομένης Δημοκρατίας και κυρίως κατά του Βασιλέως Κωνσταντίνου. Μην τους πιστεύετε, διατηρείτε επιφυλάξεις πάντοτε!
Όμως πολλοί είναι αυτοί που αναρωτιούνται τι άποψη έχει ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος για το πολίτευμα της χώρας μας και τι μορφή Δημοκρατίας επιθυμεί ο ίδιος.

Συνέντευξη στο ΒΒC
Στις 7 και 14 Ιουνίου του 1990, το BBC αφιέρωσε δύο εκπομπές δίωρης διάρκειας στον Βασιλιά Κωνσταντίνο ΙΓ΄. Ο Κωνσταντίνος εκεί, τάχθηκε σαφώς υπέρ της μορφής της Βασιλευομένης Δημοκρατίας που ισχύει στις περισσότερο προοδευμένες και εξελιγμένες ευρωπαϊκές χώρες(Σουηδία, Ηνωμένο Βασίλειο, Νορβηγία, Δανία, Ισπανία, Βέλγιο, Ολλανδία), θυμίζοντας ότι και ο αείμνηστος πατέρας του, Βασιλεύς Παύλος Α΄ πίστευε πως το Ελληνικό Σύνταγμα επιβαλλόταν να αναπροσαρμοστεί με πρότυπο αυτά που ίσχυαν στην Αγγλία και ότι επιθυμία και των δύο τους ήταν το Στέμμα να αποτελεί σύμβολο ενότητος του Έθνους.

Συνέντευξη στο Club
Στο τεύχος του Σεπτεμβρίου-Οκτωβρίου 1990 το περιοδικό Club φιλοξένησε συνέντευξη, την οποία παραχώρησε ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος στην αρχισυντάκτριά του Μαριάννα Πυργιώτη.
"Ο εξόριστος ανώτατος άρχοντας υπογράμμισε ότι η Βασιλευομένη Δημοκρατία είναι παράγοντας συνέχειας και σταθερότητας για τις χώρες που ισχύει, αποτελεί την πιο εξελιγμένη μορφή δημοκρατίας και έχει μέλλον γιατί "οι Βασιλείς δεν έχουν την πολιτική ανάγκη της εκλογής και δεν αντιπροσωπεύουν συμφέροντα, συνεπώς μοναδική τους βλέψη είναι το καλό του τόπου και του λαού". Τόνισε ότι βασικό κριτήριο για μία χώρα που έχει ή θα ήθελε να έχει βασιλεία είναι η διαπίστωση του λαού ότι το πολίτευμα αυτό θα του πρόσφερε τα εχέγγυα της σταθερότητας χωρίς ταραχές και ανακατατάξεις. Υποστήριξε -ορθά-πως ο λόγος που δεν εδραιώθηκε απόλυτα στην Ελλάδα ήταν το ότι "η αγαπημένη μας χώρα δε σταμάτησε από το 1821 και μετά να έχει προβλήματα: εξωτερικούς πολέμους, εμφυλίους πολέμους, κινήματα, επαναστάσεις" και θύμισε πως όλες τις φορές οι Βασιλείς έφυγαν από την Ελλάδα εξαιτίας πραξικοπημάτων". 

Για το πολιτειακό έχει δηλώσει επανειλημμένως πως σέβεται το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος του 1974. 
Αυτές είναι οι απόψεις του Βασιλέως Κωνσταντίνου για την μορφή Βασιλευομένης Δημοκρατίας που επιθυμεί. Οι απόψεις του βρίσκουν απήχηση στον Ελληνικό λαό και είναι πάγιες. Δεν αλλάζουν μέρα με την μέρα όπως κάνουν οι πολιτικάντηδες μας.

Ο Βασιλεύς Κων/νος μιλά για όλα Συνέντευξη Βασιλιά Κων/νου στο ΒΗΜΑ και τον . Α.Παπαχελά -01/2006 - 02/2006 (μέρος 2ο)





Ο Βασιλεύς Κων/νος μιλά για όλα

Συνέντευξη Βασιλιά Κων/νου στο ΒΗΜΑ και τον . Α.Παπαχελά -01/2006  -  02/2006
Η 21η 
Απριλίου 1967 και οι διαπραγματεύσεις με τους πραξικοπηματίες
Τα μεσάνυχτα της 20ής προς την 21η Απριλίου 1967 τα ρολόγια σταμάτησαν στην Ελλάδα.Επίορκοι αξιωματικοί καταχρώμενοι τα όπλα που τους είχε εμπιστευθεί η πατρίδα τα έστρεψαν εναντίον των πολιτών για να επιβάλουν απροκάλυπτη στρατιωτική δικτατορία. Τα σχέδια των πραξικοπηματιών επέτυχαν πλήρως επειδή, κατ΄αρχάςυπήρχαν οι αντικειμενικά ευνοϊκές συνθήκες. Οι πραξικοπηματίεςαξιωματικοί εφήρμοσαν απλώς ένα ειδικό σχέδιο («Προμηθεύς») που οι ΕνοπλεςΔυνάμεις είχαν επισήμως αλλά απορρήτως ετοιμάσει για να εφαρμόσουν αν έκριναν οι κυβερνώντες (δηλαδή ο ανώτατος άρχων που θα υπέγραφε το διάταγμα)ότι έπρεπε να κηρυχθεί η χώρα σε κατάσταση πολιορκίας!

Βεβαίως στην επιβολή της δικτατορίας συνετέλεσε και η ατμόσφαιρα πολιτικής παρακμής που είχε δημιουργηθεί με τα όσα ταπεινωτικά για τον λαό και τη χώρασυνέβησαν προκειμένου να επιβιώσει η κυβέρνηση των Αποστατών. Οπωσδήποτε οι απριλιανοί συνταγματάρχες κατάφεραν να παγιδεύσουν τα αφεντικά τους και να βάλουν ως προμετωπίδα τους τον τότε βασιλέα, όπως ο ίδιος αφηγείται σήμερα.Δεν είναι μόνον σκηνές από αστυνομική ταινία ορισμένα απ΄ όσα συνέβησαν στην Αθήνα και στο τατόι. Είναι θλιβερά γιατί έδειξαν πόσο σαθρό ήταν το κράτος που προέβαλλε τον λεγόμενο... εσωτερικό εχθρό για να επιβιώνουν οι γεννήτορες της βίας και της πολιτικής ανωμαλίας στην Ελλάδα.

- Πείτε μου, πώς άρχισε εκείνη η δραματική βραδιά της 20ής προς 21η Απριλίου;«Είχα καλέσει στο τατόι τη μητέρα μου και τις δύο αδελφές μου. Η Σοφία επρόκειτο να επιστρέψει την επομένη στην Ισπανία. Αφού παρακολουθήσαμε ένα κινηματογραφικό έργο, η μητέρα μου αποχώρησε με τη μικρή μου αδελφή Ειρήνη. Επεισα τη Σοφία να παραμείνει και της υποσχέθηκα ότι θα την κατεβάσω στο Ψυχικό, όπου διέμενε με τη μητέρα μας. Επειδή πέρασε η ώρα, την παρεκάλεσα κάποια στιγμή να επιστρέψει μόνη της».

- Πότε πήρατε το πρώτο τηλεφώνημα;

«Λίγα λεπτά μετά τις 2.00 τα ξημερώματα, με ξύπνησε η τηλεφωνήτρια και μου ανήγγειλε ότι με ζητεί στο τηλέφωνο ο Αρναούτης, ο οποίος ψιθυριστά μου είπε ότι πυροβολούν το σπίτι του και ότι δεν ξέρει τι ακριβώς συμβαίνει. Του είπα να εξακριβώσει τι συμβαίνει και μου απάντησε ότι το σπίτι του ήταν περικυκλωμένο από ένστολους. Πήρα αμέσως στο τηλέφωνο τον αντισμήναρχο Παπαγεωργίου, ο οποίος ήταν υπασπιστής υπηρεσίας, και του δίνω εντολή να σημάνει συναγερμό».

- Πόσους άνδρες είχατε;«Δεν θυμάμαι ακριβώς, αλλά δεν θα ήταν πάνω από 40, ελαφρά οπλισμένοι. Υπήρχαν νομίζω μόνο ένα οπλοπολυβόλο και μερικά περίστροφα».

- Μιλήσατε με τον Παπαληγούρα και τον Ράλλη νομίζω... 

«Οχι, δεν μίλησα με τον Παπαληγούρα. Τηλεφώνησα στον πρωθυπουργό για να τον ρωτήσω τι συνέβαινε:

“Μεγαλειότατε, αυτή τη στιγμή έχουν έλθει να με συλλάβουν και με τραβούν από το κρεβάτι”. Και αμέσως μετά διακόπηκε η επικοινωνία μας. Μετά επικοινώνησε μαζί μου ο Ράλλης από τον Σταθμό Χωροφυλακής στο Μαρούσι, μάλιστα είχε φθάσει εκεί και ο Αβέρωφ. Ανταλλάξαμε απόψεις και όταν κόπηκαν οι επικοινωνίες συνεχίσαμε με τη μοτορόλα της Χωροφυλακής. Θυμάμαι ότι και οι δυο τους μου έλεγαν να αρνηθώ να υπογράψω οιοδήποτε κείμενο. Τους διαβεβαίωσα ότι δεν πρόκειται να βάλω την υπογραφή μου σε ό,τι και αν μου φέρουν. Ο Ράλλης μού ζήτησε την άδεια να επικοινωνήσει με το Γ΄ Σώμα Στρατού για να τους ενημερώσει ότι τόσον ο βασιλεύς όσον και η κυβέρνηση είναι αιχμάλωτοι, δεν έχουν καμία συμμετοχή και θα έπρεπε να μην υπακούσουν στις εντολές των πραξικοπηματιών. Συμφώνησα και του είπα να κινηθεί αμέσως. Δεν ξέρω αν είχατε μιλήσει ποτέ με τον μακαρίτη στρατηγό Ορέστη Βιδάλη... Τον συνάντησα αργότερα στις ΗΠΑ, όπου ήταν εξορία, και συζητήσαμε τι ακριβώς είχε συμβεί το μοιραίο εκείνο πρωινό. Μου διηγήθηκε ότι τα ξημερώματα της 21ης Απριλίου του τηλεφώνησαν από το Επιτελείο και του έδωσαν εντολή να εφαρμόσει το σχέδιο “Προμηθεύς”. Ανοιξε τον σχετικό φάκελο και έθεσε το σχέδιο σε εφαρμογή. Πάνω στη διαδικασία αυτή, μπήκε στο γραφείο του ένας αξιωματικός της Χωροφυλακής, δεν θυμάμαι αν ήταν ο διοικητής Θεσσαλονίκης, και του είπε ότι ο υπουργός Δημόσιας Τάξης Ράλλης τον είχε ενημερώσει ότι ο βασιλεύς και η κυβέρνηση είναι αιχμάλωτοι και δεν πρέπει να υπακούσει στις εντολές του Γενικού Επιτελείου. Ο Βιδάλης τηλεφώνησε στο Επιτελείο, μίλησε με τον αρχηγό του Στρατού, ο οποίος τον διαβεβαίωσε ότι ο βασιλεύς ήταν μαζί τους. “Μεγαλειότατε” μου λέει “ποιον έπρεπε να πιστέψω; Τον αξιωματικό της Χωροφυλακής ή τον αρχηγό του Στρατού;”».

- Με αξιωματικούς; 

«Επικοινώνησα με τον ταγματάρχη τότε Κομπόκη, ο οποίος ήταν διοικητής της 1ης Μοίρας Αλεξιπτωτιστών, και τον διέταξα να κατευθυνθεί αμέσως στο σπίτι τού Αρναούτη, που ήταν κοντά στο δικό του, να δει τι συμβαίνει και μετά να μεταβεί στον Ασπρόπυργο να οπλίσει τη μονάδα του και να τη φέρει προς ενίσχυσή μας στο τατόι. Δυστυχώς ο Κομπόκης δεν υπήκουσε και όπως αποδείχθηκε με επρόδωσε εκείνο το πρωινό, όπως και αργότερα, τη 13η Δεκεμβρίου». 

- Πώς συναντήσατε τους τρεις 
πραξικοπηματίες;«Τους υποδέχθηκα στη βιβλιοθήκη, αφού ο αντισμήναρχος Παπαγεωργίου τους είχε ζητήσει να αφήσουν τα περίστροφά τους στον προθάλαμο.

Τους συνόδεψε ο υπασπιστής μου, ο οποίος, αν δεν με απατάει η μνήμη μου, παρέμεινε στη συζήτηση που επακολούθησε».

- Εσείς φοράτε στολή εκστρατείας, έτσι δεν είναι;«Φορούσα στολή εκστρατείας. Ηταν τόση η οργή μου που δεν μπορώ να ανακαλέσω στη μνήμη μου τις λεπτομέρειες της στιχομυθίας. Ισως έπρεπε να τους είχα αντιμετωπίσει με το περίστροφο στο χέρι. Ημουνα βλοσυρός και άφηνα τον Παπαδόπουλο να μιλά, γιατί όπως θυμάστε ήταν πολύ φλύαρος».

- Σας έλεγε ότι ήθελε να σας ενημερώσει ή τίποτε άλλο; 

«Προσπαθούσε να με πείσει ότι είχε σώσει την πατρίδα, τον θεσμό της Βασιλευομένης Δημοκρατίας και τον θρόνο. Και θυμάμαι ότι τον ρώτησα κάποια στιγμή εκνευρισμένος:

“Και ποιος σας έδωσε άδεια να σώσετε τη βασιλεία; Σας το ζήτησε κανείς;”.

Τους είπα ότι ήταν επίορκοι, με το πραξικόπημα υπονόμευαν τη Βασιλευομένη Δημοκρατία και βάζανε την Ελλάδα σε μεγάλες περιπέτειες».

- Ξέρατε κανέναν από τους τρεις;«Μόνον τον Παττακό. Είχα ακούσει για τον Παπαδόπουλο, με αφορμή το επεισόδιο της ζάχαρης στον Εβρο το 1965. Διασώθηκε τότε και δεν παραπέμφθηκε στο Στρατοδικείο με παρέμβαση του Γ. Παπανδρέου επειδή ήταν συντοπίτης του. Οπως με ενημέρωσε ο Γαρουφαλιάς, υπουργός τότε Εθνικής Αμύνης, ο πρωθυπουργός δεν του επέτρεψε να διατάξει τη διενέργεια ανακρίσεως. Δεν είχα ακούσει ποτέ το όνομα Μακαρέζος».

- Και όταν σταμάτησε ο Παπαδόπουλος, άρχισε ο Παττακός να σας μιλάει;«Μίλησε και ο Παττακός. Ο Μακαρέζος δεν άνοιξε το στόμα του. Ο Παττακός μίλησε και προσπάθησε κατά κάποιον τρόπο να είναι πιο ήπιος».

- Σας έδειξαν το διάταγμα; 

«Δεν τόλμησαν να ανοίξουν την τσάντα και να μου δείξουν το διάγγελμα που είχαν ετοιμάσει και το διάταγμα που ήθελαν να υπογράψω και με το οποίο ανεστέλλοντο άρθρα του Συντάγματος και ετίθετο εν ισχύι ο νόμος περί “καταστάσεως πολιορκίας”. Το διάταγμα αυτό ουδέποτε το υπέγραψα, παρά τις επανειλημμένες πιέσεις τους. Τους έδιωξα από το τατόι. Ημουν οργισμένος. Εβλεπα τη σκοτεινή σήραγγα στην οποία έμπαινε η πατρίδα μας».

- Ξέρατε αν ήσασταν περικυκλωμένος;

«Υπήρχαν άρματα μάχης που είχανε τοποθετηθεί σε όλη την περίμετρο. Διέταξα τον αξιωματικό της ασφαλείας μου να αναζητήσει τον διοικητή της μονάδας που είχε περικυκλώσει το τατόι για να παρουσιασθεί ενώπιόν μου. Αντί να παρουσιασθεί ο διοικητής της μονάδος, συνελήφθη ο αξιωματικός ασφαλείας. Και τότε αντιλήφθηκα ότι εκινούντο εναντίον μου. Αμέσως διέταξα να συσπειρωθεί το προσωπικό της ασφαλείας μου με στόχο την αποτελεσματική προστασία μου».

- Καταφέρατε να μιλήσετε με κανέναν άλλον εσείς;«Τους είπα ότι θέλω να ελευθερώσουν τον Αρναούτη και να δω τον Μπίτσιο, αλλά αρνήθηκαν. Μετά ζήτησα επιμόνως να έρθει ο αρχηγός του Στρατού. Μου είπαν θα κοιτάξουν να τον βρούνε. Από ένα ραδιόφωνο πληροφορήθηκα ότι ο βασιλεύς είχε την πρωτοβουλία της “Επαναστάσεως”. Ητανε το χειρότερο συναίσθημα της ζωής μου, διότι συνειδητοποιούσα ότι οι άνθρωποι αυτοί με δολιότητα εξαπατούσαν τον ελληνικό λαό. Επειτα από λίγο ήρθε ο Σπαντιδάκης. Ζήτησα να μου φέρουν το αυτοκίνητό μου για να κατεβώ στην Αθήνα. Εν τω μεταξύ έφθασαν και ορισμένοι υπασπιστές μου, δύο εκ των οποίων είχαν ήδη προσχωρήσει στη χούντα».

- Είχατε ανθρώπους κοντά σας ή ήσασταν...«Είχα την ασφάλειά μου. Φεύγοντας, με ρώτησε ο Σπαντιδάκης πού θα πάμε.

“Θα πάω να δω εάν είναι καλά η οικογένειά μου”.

Αφού συναντήθηκα με τη μητέρα μου και τις αδελφές μου και διαπίστωσα ότι είναι καλά, κατευθύνθηκα στα ανάκτορα Αθηνών. Εκεί συνάντησα δύο επιτίμους υπασπιστές του πατέρα μου, τον ναύαρχο Λάππα και τον στρατηγό Παπαρρόδο. Ο πρώτος με συνεβούλευσε να αντισταθώ, ο δεύτερος να συμμαχήσω. Επίσης επεδίωξα ανεπιτυχώς να δω τον τότε αυλάρχη μου, στρατηγό Παπαθανασιάδη. Στη συνέχεια αναζήτησα τον Μπίτσιο, αλλά δεν τον βρήκα».

- Η μητέρα σας σάς είπε κάτι;«Ναι. Με ρώτησε πώς είμαι. Μου είπε ότι είχε μια πολύ έντονη συζήτηση με τον αξιωματικό του άρματος, ο οποίος της έλεγε ότι ο βασιλεύς ήταν μαζί τους. Η μητέρα μου τον διέψευδε και τον διαβεβαίωνε ότι ήμουν αντίθετος, αφού είχαμε μιλήσει στο τηλέφωνο. “Σας κοροϊδεύουνε, σας λένε ψέματα” του έλεγε η μητέρα μου, και ο αξιωματικός στο τέλος δεν ήξερε ποιον να πιστέψει, διότι ο Παττακός όταν τους φώναξε τα μεσάνυχτα τους ανεκοίνωσε ότι η “Επανάσταση” γίνεται στο όνομα του βασιλέως. Ετσι, τα άρματα μάχης βγήκαν στους δρόμους οργανωμένα και πειθαρχημένα».

- Και κατόπιν πηγαίνετε στο Πεντάγωνο;

«Μετά, με τον Σπαντιδάκη, πήγα στο Πεντάγωνο όπου πέρασα δραματικές στιγμές. Κατευθύνθηκα στο γραφείο του υπουργού Εθνικής Αμύνης. Εκεί η κατάσταση ήταν αφόρητη. Οι τρεις πραξικοπηματίες με πίεζαν να υπογράψω το διάταγμα για την αναστολή των διατάξεων του Συντάγματος. Μου ζητούσαν να εκφωνήσω διάγγελμα προς τον ελληνικό λαό και να σχηματίσω κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Γεώργιο Σπαντιδάκη.

Τους έδιωχνα από το δωμάτιο, αυτοί ξαναμπαίναν, ξαναβγαίναν. Αυτό γινότανε συνέχεια. Επικρατούσε χάος. Τους είπα ότι θέλω να μιλήσω με τον πρωθυπουργό.

“Δεν έχετε πρωθυπουργό” μου απάντησαν. Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι και τους είπα:

“Σας έδωσα μία εντολή. Θέλω να την εκτελέσετε αμέσως. Δεν θα την επαναλάβω. Θέλω να δω τον πρωθυπουργό της Ελλάδας τώρα. Πηγαίνετε έξω”.

Τελικά ήρθε ο Κανελλόπουλος, τον οποίον κρατούσανε σε κάποιο υπόγειο. Μπήκε μέσα κατάλευκος, έξαλλος, αλλά κι εγώ ήμουνα στην ίδια κατάσταση. Και θυμάμαι ότι μου ΄πε:

“Τρεις συνταγματάρχαι και δύο λοχαγοί κατέλαβαν την εξουσία. Τι θα κάνετε, μεγαλειότατε;”. “Κύριε πρωθυπουργέ, γι΄ αυτό ζήτησα να έρθετε, να με βοηθήσετε, να με συμβουλεύσετε τι να κάνω”.

“Να τους συλλάβετε όλους” μου απάντησε. Του πιάνω τότε το χέρι, πάμε στο παράθυρο και τον ρωτώ:

“Τι βλέπετε εκεί έξω;”.

“Αρματα μάχης και στρατιώτες” μου απαντά.

“Δεν ελέγχω κανέναν από αυτούς, μπορείτε να μου πείτε πώς θα τους συλλάβω;”.

Γύρισε τότε και μου λέει:

“Τι σκοπεύετε να κάνετε;”. “Δεν ξέρω τι θα κάνω, κύριε πρωθυπουργέ. Ακριβώς αυτό θέλω να συζητήσω μαζί σας. Σκέφτομαι ότι πρέπει να κερδίσω χρόνο για να μπορέσω να αποκτήσω τη δυνατότητα να κινηθώ αποτελεσματικά αργότερα. Αλλως, μια προσωρινή λύση θα ήταν να ορκίσω κυβέρνηση με όσο μπορώ περισσότερους πολίτες και λίγους στρατιωτικούς”.

“Νομίζω ότι δεν έχετε άλλον τρόπο” μου απάντησε. “Πρέπει να ξαναπάω στο απομονωτήριό μου”.

Εκ των υστέρων ο Κανελλόπουλος είχε δηλώσει ότι μου εισηγήθηκε να συγκεντρώσουμε όλους τους αξιωματικούς και να τους μιλήσουμε. Δεν είναι αλήθεια. Δεν μου έκανε τέτοια πρόταση. Αλλά και εάν μου την είχε κάνει, δεν θα την έκανα δεκτή διότι θα ήταν αναποτελεσματική».

- Θα επιχειρούσατε ποτέ να βγείτε εσείς εκείνη την ώρα στο προαύλιο ή να κάνετε αυτό που έκανε ο γαμπρός σας, ο Χουάν Κάρλος, έπειτα από πολλά χρόνια;

«Δεν μπορεί να συγκρίνει κανείς τα δύο αυτά γεγονότα. Ο Χουάν Κάρλος απευθύνθηκε στον ισπανικό λαό από την τηλεόραση, κάτι που δεν ήταν εφικτό να κάνω αφού είχαν καταληφθεί από τους πραξικοπηματίες όλες οι επικοινωνίες. Σκέφθηκα ότι θα έπρεπε να μιλήσω σε όλους τους στρατηγούς, σε όλους τους ανώτατους αξιωματικούς, διότι η συντριπτική πλειοψηφία των κατωτέρων φαινόταν πως στήριζε με φανατισμό τους πραξικοπηματίες».

Το απριλιανό πραξικόπημα και η συνάντηση με τον πρόεδρο Τζόνσον
Πρόσωπο το οποίο συγκέντρωνε την αντιπάθεια όσων γνώριζαν τα παρασκήνια τηςδραματικής εκείνης εποχής, σχεδόν μισητός από μεγάλο τμήμα του λαού που καταλάβαινε τι παιζόταν στους χώρους των βασιλικών ανακτόρων, ο ταγματάρχης Μάκης Αρναούτης παρ΄ ολίγον να εκτελεσθεί από τους πραξικοπηματίες της 21ηςΑπριλίου 1967, όπως εξιστορεί ο τέως βασιλεύς. Αξιωματικός που εφέρετο ως πραγματικός αρχηγός του Στρατού (αφού ήταν ο έμπιστος του νεαρού βασιλέως,εδρεύων μονίμως στα ανάκτορα), ο ταγματάρχης των καταδρομών γνώρισε εκ τουσύνεγγυς τι σημαίνει ίντριγκα στις Ενοπλες Δυνάμεις, συνωμοσία, κατάλυση της νομιμότητας και κατάργηση της ιεραρχίας. Ο κομμουνιστικός κίνδυνος τον οποίο επεκαλούντο οι Ηρακλείς του θρόνου ήταν το επιχείρημα με το οποίο τους έδεσαν στο Πεντάγωνο το πρωί της 21ης Απριλίου 1967 οι επίορκοι συνταγματάρχες.Είχαν σπείρει ανέμους και θέριζαν θύελλες...- Κάποια στιγμή φωνάξατε τους ανώτατους αξιωματικούς σε μία αίθουσα. Τι συνέβη εκεί; 

«Ναι, από ταξίαρχο και πάνω, εκτός από τον Παττακό. Ηταν αξιωματικοί του Στρατού, του Ναυτικού και της Αεροπορίας. Οταν συγκεντρώθηκαν όλοι στην αίθουσα συσκέψεων, τους απηύθυνα τα εξής περίπου λόγια:

“Κύριοι, είμαι αρχιστράτηγος των Ενόπλων Δυνάμεων. Εάν ο βασιλεύς Παύλος ζούσε, εγώ θα ήμουν τώρα υπολοχαγός. Γνωρίζετε πολύ καλύτερα από μένα τη στρατιωτική τέχνη. Εχω να σας πω ένα πράγμα: Ο βασιλεύς είναι απόλυτα αντίθετος με το πραξικόπημα και θέλω να ξέρω σε ποιον μπορώ να βασιστώ. Οποιος είναι αποφασισμένος να στηρίξει τον βασιλέα, παρακαλώ να σταθεί όρθιος”.

Επικράτησε παγωμένη σιγή. Ξαφνικά σηκώθηκαν όλοι όρθιοι. Και τότε αντιλήφθηκα ότι κανείς τους, εκτός από έναν, δεν ήλεγχε μάχιμη μονάδα. Ο μόνος αξιωματικός ο οποίος θα μπορούσε εκείνη τη στιγμή να με βοηθήσει ήταν ο νεότερος όλων: ο ταξίαρχος Ζαφειρόπουλος, διοικητής των καταδρομέων. Ηταν γενναίος αξιωματικός και είχε υπηρετήσει τον πατέρα μου. Πίστευα λοιπόν ότι αυτός θα μπορούσε να με βοηθήσει τις κρίσιμες εκείνες στιγμές. Επρεπε όμως να βρω τρόπο να μιλήσω μαζί του ιδιαιτέρως και εμπιστευτικώς. Οπότε, απευθυνόμενος σε όλους που ευρίσκοντο στην αίθουσα, τους ζήτησα να τους δω έναν-έναν, ιεραρχικά, στο γραφείο στο οποίο είχα εγκατασταθεί.

Αρχισαν λοιπόν να έρχονται έναςένας και να διατυπώνουν τη γνώμη τους. Η διαδικασία αυτή πρέπει να κράτησε περίπου δύο ώρες. Κάθε τόσο έμπαιναν στο γραφείο οι τρεις πραξικοπηματίες και με πίεζαν να ενεργήσω άμεσα, διότι, όπως ισχυρίζοντο, υπήρχε τάχα κίνδυνος οι κομμουνισταί να πάρουν τον έλεγχο της καταστάσεως!.. Τους έδιωχνα λέγοντάς τους ότι όλα αυτά είναι βλακείες και ότι δεν υπάρχει στον ορίζοντα κομμουνιστικός κίνδυνος. Σε κάποια στιγμή ανοίγει η πόρτα του υπασπιστηρίου, όπου περίμεναν οι υπασπισταί μου μαζί με τους υπασπιστές των αρχηγών και ο Αρναούτης, τον οποίο είχαν απελευθερώσει στο μεταξύ, και εμφανίζεται ο πλοίαρχος Λαγωνίκας, ο οποίος μετά έγινε και στέλεχος της χούντας» (σ.σ.: γενικός γραμματεύς του υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας).

“Προσέξτε, μεγαλειότατε, έρχονται να συλλάβουν τον Αρναούτη”. Φώναξα τότε τον Σπαντιδάκη και του ζήτησα σε έντονο ύφος να φέρει πίσω τον Αρναούτη. Πραγματικά σε λίγο επέστρεψε ο Αρναούτης. Το κλίμα ήταν τέτοιο που είχες την αίσθηση ότι οι νεότεροι αξιωματικοί ήταν έτοιμοι να φθάσουν στα άκρα. Αφού μίλησα με διαφόρους αξιωματικούς, έφθασε έπειτα από δύο ώρες η σειρά του Ζαφειρόπουλου. Του λέω:

“Κύριε Ζαφειρόπουλε, είναι ζήτημα αν έχουμε ένα λεπτό στη διάθεσή μας. Εχεις τη δυνατότητα να πας να ενημερώσεις τους καταδρομείς που είναι υπό τις διαταγές σου ότι ο βασιλεύς είναι αιχμάλωτος και να τους φέρεις να πιάσουμε το Πεντάγωνο; Αν το κάνεις αυτό, θα σώσουμε την Ελλάδα”. Ο Ζαφειρόπουλος καθόταν σε στάση προσοχής και χαμογελούσε. Τον ρωτώ τότε γιατί χαμογελά.

“Μεγαλειότατε, δεν έχετε καταλάβει τι γίνεται εδώ πέρα. Φοβάμαι πως μόλις βγω από αυτό το δωμάτιο θα με πάνε κατευθείαν στη φυλακή. Εάν όμως μπορέσω να φτάσω έως τους καταδρομείς, είμαι βέβαιος πως θα έλθουν”.

“Ο Θεός μαζί σου” του λέω. “Πήγαινε και φέρ΄ τους”.

Αφού έφυγε, έδωσα εντολή να μην μπει κανείς στο γραφείο μου. Δεν ήθελα να δω κανέναν, για να σκεφτώ με ηρεμία ποιες θα ήταν οι κινήσεις μου σε περίπτωση που έφερνε ο Ζαφειρόπουλος τους καταδρομείς. Και ξαφνικά σηκώθηκα, άνοιξα την πόρτα της τουαλέτας και έκανα εμετό. Διότι ήξερα ότι, αν επετύγχανε στην αποστολή του ο Ζαφειρόπουλος, θα ήμουνα αναγκασμένος να δώσω εντολή να εκτελέσουν τους Παπαδόπουλο, Μακαρέζο και Παττακό.

Ισως δεν θα το έκανα την επομένη.

Εκείνη την ημέρα όμως θα έδινα εντολή, διότι ήταν ένοχοι εσχάτης προδοσίας και στάσης. Την επομένη, αν είχα εντωμεταξύ αποκτήσει τον έλεγχο της καταστάσεως, θα τους παρέπεμπα στο Στρατοδικείο. Βεβαίως εγνώριζα ότι εφόσον είχα φτάσει σε αυτή την ακραία απόφαση, στην ίδια ενδεχομένως θα είχαν φτάσει και εκείνοι. Δυστυχώς ο Ζαφειρόπουλος συνελήφθη και οδηγήθηκε στη φυλακή και έτσι το σχέδιό μου ματαιώθηκε.

Είχαν ήδη περάσει περίπου πέντε ώρες. Προβληματιζόμουν έντονα. Επρεπε να πάρω μια διαφορετική πρωτοβουλία, αφού η άμεση δυναμική αντιμετώπιση του πραξικοπήματος δεν μπορούσε να υλοποιηθεί.

Τότε, σαν μια διέξοδο, σκέφτηκα να αναθέσω την εντολή σχηματισμού κυβερνήσεως στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κόλλια. Ηθελα αφ΄ ενός μεν να κερδίσω χρόνο και αφ΄ ετέρου δε να αποφύγω την αιματοχυσία σε περίπτωση που κάποιες μονάδες, διαπιστώνοντας ότι είμαι εναντίον της χούντας, θα αποφάσιζαν να κινηθούν.

Οταν τους το ανακοίνωσα αιφνιδιάστηκαν, διότι ο Παπαδόπουλος και ο Παττακός δεν γνώριζαν ποιος ήταν ο Κόλλιας. Μόνον ο Μακαρέζος τον ήξερε. Τους ενημέρωσα ότι στις 6 το απόγευμα θα είμαι στα ανάκτορα των Αθηνών. Εξω επικρατούσε χάος. Αυτό που πρέπει να καταλάβετε είναι ότι όσο ήμουν μέσα στο γραφείο δεν έβλεπα το τι γινόταν. Συλλαμβάνανε στρατηγούς, τους πετάγανε μέσα σε δωμάτια, κτλ., κτλ. Οταν έβγαινα από το γραφείο, η απόλυτη τάξις.

Αναζητούσα λοιπόν τον κατάλληλο τρόπο να κερδίσω χρόνο για να μπορέσω να τους ανατρέψω. Εκεί επικεντρώθηκαν οι προσπάθειές μου.

Η Ιστορία θα με κρίνει. Επρεπε κάτω από την ασφυκτική πίεση του χρόνου να πάρω μια απόφαση καθοριστικής σημασίας για τον τόπο. Θα πρέπει να σας επισημάνω ότι εκείνες τις ώρες ήμουνα εντελώς απομονωμένος. Η νόμιμη κυβέρνηση της χώρας είχε καταργηθεί, ο πρωθυπουργός και βασικοί υπουργοί είχαν συλληφθεί, η δε ιεραρχία στο στράτευμα είχε ανατραπεί. Καθώς έφευγα από το Πεντάγωνο, έφθανε ο Κόλλιας. Απ΄ ό,τι έμαθα στην εξορία, εισέβαλαν βιαίως στο σπίτι του και του ανήγγειλαν ότι τον κάνουνε πρωθυπουργό!.. Ο Κόλλιας αρνήθηκε και τότε του είπε ο Λαδάς ότι τον ήθελε ο βασιλεύς. Ο Κόλλιας δέχθηκε να τους ακολουθήσει, υπό την προϋπόθεση ότι θα συναντούσε τον βασιλέα. Μόλις τον είδα, του λέω:

“Κύριε Κόλλια, έχει γίνει πραξικόπημα, σας έχω διορίσει πρωθυπουργό. Εάν δεχτείτε, ίσως βοηθήσουμε τον τόπο να βγει από το αδιέξοδο. Εάν αρνηθείτε, θα επικρατήσει χάος”».

- Να τελειώσουμε την ημέρα. Τους ορκίζετε εσείς και μετά φωτογραφηθήκατε μαζί τους, γεγονός που έχει συζητηθεί πολύ. Μάλιστα μου έχετε πει ότι δενυπήρχε εκεί φωτογράφος. 

«Δεν υπήρχε. Εγώ ζήτησα φωτογράφο. Καθώς ήμουνα απομονωμένος και δεν είχα καμία δυνατότητα να επικοινωνήσω με τον ελληνικό λαό, φαντάστηκα ότι με την ενόχλησή μου αποτυπωμένη σε μια φωτογραφία, θα γινότανε αντιληπτό ότι δεν υποστήριζα το πραξικόπημα. Εκ των υστέρων ήταν λάθος η φωτογράφιση. Την ορκωμοσία έκανε ο μακαρίτης Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος, που ήταν βαρήκοος και δεν πολυκαταλάβαινε τι είχε συμβεί. Μετά την ορκωμοσία, συνεχάρη την κυβέρνηση. Εγινα έξαλλος και του λέω εις επήκοον όλων:

“Μακαριότατε, ποιους συγχαίρετε; Αυτοί έχουν κάνει πραξικόπημα”». 

- Στη συνέχεια είδατε τον Τάλμποτ.


«Ηρθε στο γραφείο μου και με ρώτησε τι έγινε. Του περιέγραψα τι είχε συμβεί. Μου είπε ότι είχε την εντύπωση πως οι ΗΠΑ θα σταματήσουν την παροχή στρατιωτικής βοήθειας».

- Φοβόσασταν εκείνη την ημέρα ότι θα εκτελέσουν τον Ανδρέα;

«Υπήρχε τέτοιος φόβος. Οι διαθέσεις τους ήταν άγριες. Εδώ ήταν έτοιμοι να εκτελέσουν τον Αρναούτη, σύμφωνα και με τις εκτιμήσεις ανωτάτων αξιωματικών. Τι θα τους συγκρατούσε να εκτελέσουν και τον Ανδρέα, αν τα πράγματα φθάναν στα άκρα; Δεν εγνώριζα πού βρισκόταν ο Μπίτσιος, και ήταν ιδιαίτερα δυσχερής η οποιαδήποτε επαφή με τους συνεργάτες μου».

- Εσείς βρίσκεστε μόνος τώρα στα ανάκτορα. Αργά το βράδυ, πείτε μου, τι σκέφτεστε; 

«Ηταν μια δραματική και βασανιστική νύχτα. Σκεφτόμουνα ότι η Ελλάς είχε εισέλθει σε μεγάλη περιπέτεια. Αισθανόμουνα τύψεις διότι δεν είχα καταφέρει, έστω και την τελευταία στιγμή, να παρέμβω δυναμικά για να αποτρέψω αυτή την εγκληματική και καταστροφική για το έθνος εξέλιξη. Ητανε το χειρότερο πράγμα που είχε συμβεί στη ζωή μου. Ταυτόχρονα, από τη στιγμή που συνειδητοποίησα ότι ήλεγχαν την κατάσταση, άρχισα να σκέφτομαι πώς θα αποκτήσω τη δυνατότητα να τους ανατρέψω για να επαναφέρω τη συνταγματική νομιμότητα και δημοκρατία στην Ελλάδα. Αυτό ήταν το μόνο πoυ απασχολούσε συνέχεια τη σκέψη μου. Σήμερα θα έλεγα ότι ίσως θα έπρεπε να είχα επιλέξει άλλους τρόπους αντιδράσεως, όπως να μην είχα ορκίσει την κυβέρνηση των πραξικοπηματιών. Μια τέτοια στάσις όμως ήταν ενδεχόμενο να οδηγήσει σε αιματοχυσία, κάτι που δεν θα ήθελα με κανέναν τρόπο να διακινδυνεύσω. Ηταν αποφασισμένοι, ιδίως οι νεότεροι αξιωματικοί, που ήλεγχαν τις μάχιμες μονάδες».

- Πείτε μου, πόσο δύσκολες ήταν οι πρώτες μέρες; 

«Οι πρώτες μέρες ήταν πάρα πολύ δύσκολες. Πιέζανε, ζητούσαν να ορκίσω νέους υπουργούς για να συμπληρωθεί η κυβέρνηση, ψάχνανε συνεργάτες. Θυμάμαι, όταν ήρθε η πρώτη φουρνιά υποψηφίων υπουργών για να ορκιστούν στο τατόι, αντίκρισα τον ναύαρχο Αθανασίου, τον οποίο γνώριζα από μικρό παιδί και συμπαθούσα. Μόλις τον είδα, αιφνιδιάστηκα και του είπα: “Ναύαρχε, τι κάνεις εσύ εδώ;”. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι είχε προσχωρήσει στη χούντα. “Δεν το κάνατε εσείς το πραξικόπημα, μεγαλειότατε;”.

“Οχι” του λέω. Και τότε ο ναύαρχος μού απαντά:

“Φεύγω αμέσως”.

“Μια στιγμή” του λέω. “Τώρα που ξέρω ότι είσαι εναντίον τους, κάτσε εδώ”- και τον κράτησα με τα δόντια.

Επίσης αγνοούσα ότι ο Ζωιτάκης υποστήριζε το πραξικόπημα, γι΄ αυτό, όταν ήλθε να ορκισθεί, του είπα:

“Δεν ντρέπεστε που έρχεστε εδώ;

Να ορκιστείτε ως τι;”».

- Είχατε την αίσθηση ότι προσπαθούσαν να σας ελέγξουν και ότι σας παρακολουθούσαν; 

«Από την πρώτη στιγμή. Ακόμα και ο υπασπιστής υπηρεσίας την ημέρα εκείνη, ο Βαγενάς, ήταν μυημένος στο κίνημα. Το αντιλήφθηκα δε, όταν μετά, στο αυτοκίνητο, πηγαίνοντας στο Ψυχικό με τον Σπαντιδάκη, έκανε ανοιχτή προπαγάνδα. Είχε τοποθετηθεί στα ανάκτορα ως πράκτορας των πραξικοπηματιών. Παρακολουθούσαν τις κινήσεις μου. Είχαν δε, πιστεύω, τοποθετήσει μικρόφωνα μέσα στα ανάκτορα. Αντικατέστησαν και την ασφάλειά μου με ανθρώπους δικούς τους.

Κάθε φορά που συναντούσα τον Παπαδόπουλο επέμενε ότι έπρεπε ο αδελφός του, Κώστας, να ενταχθεί στο προσωπικό των ανακτόρων».

- Ως γραμματέας; 

«Ναι, ως γραμματέας. Παρά τις συνεχείς πιέσεις, ποτέ δεν έκανα αποδεκτό το αίτημα αυτό».

- Πείτε μου λίγο, τι τύποι ήταν ο Παπαδόπουλος και ο Παττακός;

«Πάρα πολύ κουραστικοί. Ο Παττακός ήταν πιο ντόμπρος, πιο ευθύς. Από την πρώτη στιγμή, μου έλεγε ότι αυτός έκανε την “Επανάσταση”. Δεν το πίστευα. Απεδείχθη όμως ότι όταν ο Παπαδόπουλος δείλιασε την τελευταία στιγμή και θέλησε να υπαναχωρήσει, ο Παττακός τού είπε ότι θα βγει τα μεσάνυχτα με τα άρματα μάχης και όποιος θέλει ας τον ακολουθήσει.

Ο Παπαδόπουλος ήταν ο θεωρητικός, ο σκληρός. Μίλαγε ακατάπαυστα και δεν μπορούσες να καταλάβεις τι έλεγε. Χρησιμοποιούσε μια πολύ περίεργη γλώσσα, έλεγε... και έλεγε και δεν σταματούσε!.. Ο πιο δυσάρεστος από τους τρεις ήταν ο Μακαρέζος, ο οποίος όμως ήταν και ο πιο συγκροτημένος». 

- Ο Αρναούτης πού ήταν εκείνο 
το διάστημα;«Επειτα από μεγάλη προσπάθεια και αφού έκαμψα τις αντιρρήσεις των πραξικοπηματιών, λέγοντάς τους ότι είναι ο γραμματεύς μου και θα φύγει μαζί μου, τον έβγαλα από το Πεντάγωνο, γιατί φοβόμουνα ότι θα τον εκτελούσαν. Τον πήρα μαζί μου στο αυτοκίνητο και τον φιλοξένησα στο τατόι μέχρις ότου τακτοποιηθούν τα διάφορα διαδικαστικά προβλήματα για τη μετάβασή του στο Λονδίνο ως βοηθός στρατιωτικού ακολούθου της ελληνικής πρεσβείας, όπως το είχα ζητήσει. Μετά από μια δεκαπενθήμερη, αν θυμάμαι καλά, διαμονή του στο τατόι, τον πήγα ο ίδιος στο αεροδρόμιο γιατί φοβόμουνα μήπως τον συλλάβουν. Ενιωσα δε ότι ήταν ασφαλής μόνον όταν μπήκε στο αεροπλάνο».

- Ο Μπίτσιος; 

«Δεν τον συνάντησα καθόλου κατά τη διάρκεια της 21ης Απριλίου. Δεν ήξερα πού ήτανε. Οπως σας ανέφερα νωρίτερα, δεν κατάφερα να τον εντοπίσω. Εκ των υστέρων πληροφορήθηκα ότι είχε μεταβεί αρχικά στην αγγλική πρεσβεία και μετά στο Πεντάγωνο, όπου όμως δεν τον άφησαν να με συναντήσει. Το βράδυ ήλθε στο τατόι και μου ανακοίνωσε ότι θα παραιτηθεί από τη θέση του αρχηγού του γραφείου μου. Κατόπιν αυτού, με δική μου εισήγηση, τοποθετήθηκε μόνιμος αντιπρόσωπος της Ελλάδος στον ΟΗΕ».

- Οπότε, ανθρώπους είχατε κοντά σας;«Δεν είχα κανέναν κοντά μου». 

- Με τον Καραμανλή είχατε καθόλου
 επαφή εκείνο το διάστημα;

«Βέβαια. Υστερα από ένα μικρό χρονικό διάστημα, του έστειλα μήνυμα ότι προτίθεμαι να προετοιμάσω την ανατροπή της χούντας και ότι θα χρειαστώ ένα χρονικό διάστημα για να ετοιμαστώ. Τον παρεκάλεσα δε να μην προβεί σε καταγγελία κατά της χούντας ούτε να απευθύνει διάγγελμα προς τον ελληνικό λαό μέχρις ότου τον ειδοποιήσω ότι είμαι έτοιμος. Και ενώ μου είχε υποσχεθεί ότι δεν θα κάνει τίποτα, δυστυχώς τον Νοέμβριο του 1967, όταν εκδηλώθηκε η κρίση με την Τουρκία, έκανε μια δήλωση ότι θα ήταν ευκαιρία ο βασιλεύς να ανατρέψει τη χούντα. Αυτή η δήλωση έγινε άκαιρα, αφού δεν είχα ολοκληρώσει την προετοιμασία μου».

- Πόσο κοντά φθάσαμε στον πόλεμο τον Νοέμβριο;«Σύμφωνα με όσα μου είπε ο Ντεμιρέλ στην κηδεία του Αϊζενχάουερ, πάρα πολύ κοντά. Μια μέρα, με ειδοποίησαν ότι ο τότε υπουργός Εθνικής Αμύνης Σπαντιδάκης ζητούσε αναβολή της ακροάσεως που είχε προγραμματισθεί. Δεν δέχτηκα, και όταν τον συνάντησα μου είπε ότι έχουμε μεγάλη κρίση. Οι ελληνοκυπριακές δυνάμεις είχαν εισέλθει στα τουρκοκυπριακά χωριά και υπήρχαν θύματα. Πήγαμε στο Πεντάγωνο, όπου είχαν συγκεντρωθεί οι αρχηγοί των Ενόπλων Δυνάμεων, οι επιτελάρχες, ο πρωθυπουργός και τα μέλη της κυβερνήσεως.

Αφού άκουσα την ενημέρωση που έγινε, σύμφωνα με την οποία ανεμένετο η απόβαση τουρκικών δυνάμεων στο νησί, τους πρότεινα να ζητήσουν από τον Μακάριο να αποσυρθούν οι ελληνοκυπριακές δυνάμεις από τα τουρκοκυπριακά χωριά. Η πρότασή μου αρχικά αντιμετωπίστηκε αρνητικά, διότι η εκτίμηση της στρατιωτικής ηγεσίας ήταν ότι η κίνηση αυτή θα αποτελούσε ανεπίτρεπτη υποχώρηση. Επέμενα ότι, αν δεν αποσυρθούν οι ελληνοκυπριακές δυνάμεις, τουρκικός στρατός θα αποβιβασθεί στην Κύπρο, οπότε θα εμπλακούμε σε πολεμική σύγκρουση με την Τουρκία.

Μετά από διεξοδική συζήτηση, ο Παπαδόπουλος συμφώνησε και τότε τηλεφώνησα στους πρέσβεις των ΗΠΑ και της Μεγάλης Βρετανίας και τους ανακοίνωσα ότι μέχρι τις 6 η ώρα το πρωί θα είχαν αποσυρθεί οι ελληνοκυπριακές δυνάμεις από τα τουρκοκυπριακά χωριά. Η απόφαση αυτή δεν αποτελούσε στρατιωτική ήττα της Ελλάδος, αφού δεν είχε εκπορευθεί από την Αθήνα η εντολή για τη στρατιωτική εισβολή στα τουρκοκυπριακά χωριά.

Ο Ντεμιρέλ, όταν τον συνάντησα στην Ουάσιγκτον, μου ομολόγησε ότι είχε λάβει το μήνυμα προς τους πρέσβεις των ΗΠΑ και της Μεγάλης Βρετανίας με καθυστέρηση 45 λεπτών, και εν τω μεταξύ είχε δώσει εντολή στον τουρκικό στρατό να προχωρήσει στην απόβαση. Μόνον δε όταν η αμερικανική κυβέρνηση του ανακοίνωσε ότι είχα προσωπικά διαβεβαιώσει ότι θα αποχωρήσει ο ελληνικός στρατός έδωσε εντολή να ματαιωθεί η απόβαση».

- Πείτε μου για τον Σεπτέμβριο του 1967 και την επίσκεψή σας στον Λευκό Οίκο. Εκεί είχατε ένα τετ-α-τετ με τον Τζόνσον; 

Ζήτησε ο πρόεδρος ήταν η αποφυλάκιση του Ανδρέα Παπανδρέου. Εξήγησα στον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών ότι δεν εξασκώ στη χούντα τόση επιρροή ώστε να κατορθώσω κάτι τέτοιο, του υποσχέθηκα όμως ότι θα προσπαθήσω. Στη συνέχεια τον ρώτησα: “Γιατί ενδιαφέρεστε μόνο για ένα άτομο; Υπάρχουν και άλλοι πολιτικοί κρατούμενοι”, και του ζήτησα τη συνδρομή του στις προσπάθειες που έκανα για την απελευθέρωσή τους. Μεταξύ των κρατουμένων, του είπα, είναι και ο Γιάννης Τσουδερός, ο οποίος επίσης έχει σπουδάσει στις ΗΠΑ και είναι υιός πρωθυπουργού.

“Γι΄ αυτόν δεν έχω ακούσει τίποτα”.

“Και αυτό σημαίνει ότι πρέπει να μείνει στη φυλακή;”.

“Κατάλαβα τι μου λες, αλλά πρέπει να αντιληφθείς και εσύ ότι εδώ ενεργώ με κριτήριο τον αριθμό των «Περάσαμε μία ολόκληρη ημέρα μαζί. Ηταν ένας εντυπωσιακός άνθρωπος, ψηλός, επιβλητικός, ευγενής και έδινε ιδιαίτερη προσοχή στον συνομιλητή του.

Την εποχή εκείνη, οι ακροάσεις με τους προέδρους των Ηνωμένων Πολιτειών ελάμβαναν χώρα χωρίς την παρουσία τρίτων προσώπων.

Θυμάμαι, ο πρόεδρος άρχισε να διαβάζει μια έκθεση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ σχετική με την πολιτική της κυβερνήσεως των ΗΠΑ έναντι της Ελλάδος. Κάποια στιγμή διέκοψε το διάβασμα και με ρώτησε:

“Με ακούτε;”.

“Οχι” του απαντώ.

“Μπράβο” ήταν η απάντησή του, που με εξέπληξε. Μόλις ολοκλήρωσε την ανάγνωση, πέταξε το χαρτί που κρατούσε και μου είπε:

“Εγώ έκανα το καθήκον μου. Ελα να κουβεντιάσουμε τώρα”. Το πρώτο πράγμα που επίμονα μου επιστολών που φθάνουν στον Λευκό Οίκο. Ο μεγαλύτερος αριθμός επιστολών που λαμβάνω είναι εναντίον του πολέμου στο Βιετνάμ, ταυτόχρονα όμως ο Γκαλμπρέιθ έχει ξεσηκώσει όλους τους διανοουμένους των ΗΠΑ εναντίον μου γιατί ο Παπανδρέου είναι στη φυλακή. Πρέπει να με βοηθήσεις”.

Του απάντησα ότι θα συνεχίσω να κάνω ό,τι μπορώ».

- Από αυτά που ξέρω, πρέπει ουσιαστικά να του μιλήσατε για το δικό σας κίνημα;«Τον είδα το πρωί, μετά πήγαμε και φάγαμε με το υπουργικό συμβούλιο και ύστερα πήγα στην Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της Γερουσίας. Εκεί επακολούθησε έντονη συζήτηση, κατά τη διάρκεια της οποίας απάντησα σε πολλές πιεστικές και αιχμηρές ερωτήσεις.

Χαρακτηριστική ήταν η εξής: “Εσείς έρχεσθε εδώ και μας ζητάτε βοήθεια, ενώ υπάρχουν 6.000

πολιτικοί κρατούμενοι στη χώρα σας”.

“Κάνετε λάθος. Υπήρχαν 8.500 πολιτικοί κρατούμενοι, ο αριθμός των οποίων μετά τις συνεχείς παρεμβάσεις μου έχει περιορισθεί κάτω από τις 3.000”.

Επακολούθησε συζήτηση για το Κυπριακό, τις πιέσεις της Τουρκίας και σε κάποια στιγμή τού δήλωσα ότι η χουντική κυβέρνηση δεν ήταν δική μου κυβέρνηση, και στόχο έχω την ανατροπή της.

Στη συνέχεια επέστρεψα στον Λευκό Οίκο. Εξήγησα στον πρόεδρο πώς έχει η κατάσταση, πώς έγινε το πραξικόπημα και με βεβαίωσε ότι η Αμερική δεν είχε καμία ανάμειξη. Αυτό, αν θέλει κανείς το πιστεύει».

- Μιλήσατε ανοιχτά για τον ρόλο της CΙΑ στο πραξικόπημα της 21ης Απριλίου; 

«Οχι. Δεν ήθελα να τσακωθώ με τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών αμφισβητώντας αυτά που μου έλεγε. Κάποια στιγμή, του είπα ότι εγώ θα προσπαθήσω να τους ανατρέψω. Και τον ρώτησα αν θα σταθεί δίπλα μου σε ένα τέτοιο εγχείρημα. Με ρώτησε με ποιον τρόπο και του απάντησα ότι δεν ζητώ τη συνδρομή των αμερικανικών δυνάμεων αλλά απλώς θέλω να γνωρίζω αν θα έχω την πολιτική και ηθική του στήριξη. Η απάντησή του ήταν:

“Ναι, θα σε στηρίξω”.

Δεν του είπα λεπτομέρειες, ούτε και τον ενδιέφερε κάτι τέτοιο, του ξεκαθάρισα όμως ότι θα καταβάλω κάθε δυνατή προσπάθεια για να αποκαταστήσω τη δημοκρατία στην Ελλάδα. Ηθελα να έχω την πολιτική και ηθική υποστήριξη του προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών στην προσπάθειά μου αυτή».

- Πρακτική βοήθεια δεν ζητήσατε;

«Οχι».
- Ούτε περιμένατε καμιάν απάντηση αργότερα από αυτόν ή κάποια άλλη πληροφορία; Ζητήσατε αυτό το μηχάνημα επικοινωνίας ώστε να μπορείτε να μιλάτε μαζί του;«Ο, τι μπορούσα ευπρεπώς να ζητήσω από τον πρόεδρο το ζήτησα, μια και δεν είχα καμία εμπιστοσύνη στην αμερικανική πρεσβεία. Επρεπε λοιπόν να εξασφαλίσω απευθείας επικοινωνία με τον Λευκό Οίκο. Δεν γνωρίζω βέβαια αν έφθαναν τελικά τα μηνύματά μου στον πρόεδρο».

- Υπήρχε κάποιος Αμερικανός με τον οποίο παίζατε σκουότς... 

«Ναι, ήταν ο Τζο Λέπσικ. Ηταν βοηθός στρατιωτικού ακολούθου». 

- Εσείς ξέρατε τη σχέση του με 
την CΙΑ τότε;«Υποθέτω ότι όλοι οι αξιωματούχοι στις πρεσβείες των μεγάλων χωρών έχουν σχέση με τις μυστικές υπηρεσίες».

- Αυτό είναι σαφές, και ότι ήταν πράκτορας της CΙΑ.«Τον γνώρισα γιατί με συνόδευσε στο ταξίδι μου στην Αμερική. Ο Τζο μού έδινε πληροφορίες σχετικά με το τι συνέβαινε στην πρεσβεία, κάτι που εξακολούθησε να κάνει και αφού έφυγα από την Ελλάδα τον Δεκέμβριο του ΄67».

- Αυτός πότε ήρθε στην Ελλάδα; 

«Το ΄60-΄61...».

- Και έμεινε ώσπου φύγατε; 

«Οχι, παραπάνω. Θυμάμαι πως ερχόταν στη Ρώμη και μου έδινε διάφορες ενδιαφέρουσες πληροφορίες».

- Του είχατε εμπιστοσύνη για να του δώσετε κάποιο μήνυμα; 

«Του έδινα μηνύματα, αλλά δεν ξέρω αν έφθαναν στον προορισμό τους αφού δεν μπορούσα να το ελέγξω. Αυτό όμως δεν με ενδιέφερε διότι όταν έχεις να κάνεις με έναν άνθρωπο που διεκπεραιώνει διάφορες αποστολές ρυθμίζεις τα μηνύματά σου αναλόγως. Εργάζετο στην πρεσβεία των ΗΠΑ και ήτο βέβαιον ότι εξυπηρετούσε τα δικά τους συμφέροντα. Οταν ζούσα στη Ρώμη, και για να με καλοπιάσουν οι Αμερικανοί, ο πρέσβης τους μού έδινε όλα τα τηλεγραφήματα που έφθαναν στην Αθήνα».

H ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΓΙΑ ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟ ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ
Στα τέλη του 1966 ο Κωνσταντίνος έρχεται σε επαφή με τους Κανελλόπουλο και Παπανδρέου, με τους οποίους συμφωνεί να υπάρξει υπηρεσιακή κυβέρνηση η οποία θα προχωρούσε σε εκλογές τον Μάιο του 1967.- Περιγράψτε μου λίγο το κλίμα όταν βρίσκεστε 

Τα δάκρυα του Βασιλιά Κωνσταντίνου για την κατάσταση της χώρας…Βίντεο ντοκουμέντο



Ίσως ο μόνος που δακρύζει για την κατάσταση που έχει επέλθει η χώρα μας…

Σε μια αποκαλυπτική συνέντευξη που παραχώρησε ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος στην τηλεόραση Best Καλαμάτας και στην δημοσιογράφο Γεωργία Αναγνωστοπούλου ειπώθηκαν αλήθειες.

Μίλησε για την κατάσταση της χώρας και την οικονομία και με δάκρυα στα μάτια εξομολογήθηκε πως έχει πίστη στον Ελληνικό λαό πως θα τα καταφέρει…

Δείτε ολόκληρη την συνέντευξη που δόθηκε στην Μεσσηνία όπου βρίσκεται για ολιγοήμερες διακοπές στο CostaNavarino.


ΔΕΙΤΕ ΟΛΟΚΛΗΡΗ ΤΗΝ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ



Ο Kωνσταντίνος εξομολογείται και αποκαλύπτει


Μιλάει ο Κωνσταντίνος
12. Το κίνημα, η φυγή στο εξωτερικό και η επιστροφή του Καραμανλή το 1974
Μιλάει ο Κωνσταντίνος
Ο Κωνσταντίνος, η Αννα-Μαρία, η οποία συνομιλεί με την Ειρήνη, η Φρειδερίκη και η μικρή Αλεξία κατά την άφιξή τους στη Ρώμη μετά το αποτυχημένο κίνημα του τέως βασιλέως












Ολοκληρώνεται σήμερα η αφήγηση του  βασιλέως Κωνσταντίνου για τα δραματικά γεγονότα που οδήγησαν τη χώρα στη σκοτεινή περίοδο της απριλιανής δικτατορίας. Σαράντα χρόνια μετά την αποστασία του 1965, η αφήγηση του τότε βασιλέως αποτελεί υλικό για τους ιστορικούς του μέλλοντος. Ο Κωνσταντίνος περιγράφει την τελική φάση της συμμετοχής του στις εξελίξεις.
Από την αποστασία στη δικτατορία. Από το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου στην αποτυχημένη κίνηση της 13ης Δεκεμβρίου 1967. Και όταν η χούντα καταρρέει τον Ιούλιο του 1974, ο Κωνσταντίνος περιμένει να τον καλέσει ο K. Καραμανλής να επιστρέψει στην Ελλάδα. Ο Καραμανλής θα οδηγήσει τη χώρα σε εκλογές και η νόμιμη κυβέρνηση θα προκηρύξει δημοψήφισμα. Στις 8 Δεκεμβρίου 1974 η μεγάλη πλειοψηφία θα αποφασίσει την εγκαθίδρυση του δημοκρατικού πολιτεύματος.
[ H αφήγηση του  βασιλέως έχει προκαλέσει, φυσικά, ποικίλες αντιδράσεις. Εννοείται ότι «Το Βήμα» θα δημοσιεύσει κάθε μαρτυρία η οποία φωτίζει τα δραματικά γεγονότα της περιόδου που εξιστόρησε ο Κωνσταντίνος.]
Στις 13 Δεκεμβρίου 1967 ο Κωνσταντίνος προχώρησε στο δικό του κίνημα, το οποίο απέτυχε ύστερα από λίγες ώρες. Στη συνέχεια βρέθηκε στην εξορία στη Ρώμη.
- Την 13η Δεκεμβρίου με ποιους τη σχεδιάσατε;
«Σχεδίασα την 13η Δεκεμβρίου με αυτούς που είχαν την ευθύνη μονάδων και τους οποίους μπορούσα να εμπιστευθώ. Τον πρωταρχικό ρόλο είχαν ο στρατηγός Περίδης, ο οποίος ήταν διοικητής του Γ´ Σώματος Στρατού, ο στρατηγός Κόρκας, ο οποίος ήταν αρχηγός της Στρατιάς στη Λάρισα, και ο στρατηγός Εσσερμαν, ο οποίος διοικούσε την 20ή Τεθωρακισμένη Μεραρχία. Επίσης σημαντικό ρόλο στην προετοιμασία είχαν παίξει ο Λάμπρος Πρωτοπαπάς, τότε διοικητής της αεροπορικής βάσεως στην Τανάγρα, ο ναύαρχος Ροζάκης, ο πλοίαρχος Ταπίνης, οι απόστρατοι στρατηγοί Τζανετής και Δόβας, ο Χριστόφορος Στράτος και ο Μάκης Αρναούτης, με τον οποίον επικοινωνούσα με αγγελιοφόρο».
- Και αυτό ήταν σχέδιο λεπτομερές;
«Εκανα ό,τι μπορούσα για να προετοιμασθεί καλύτερα η ανατροπή τους. H δυσκολία μου ήταν ότι δεν ήξερα ποιον να εμπιστευθώ. Εκανα επιθεωρήσεις σε διάφορες μονάδες και μιλούσα με τους αξιωματικούς. Από το περιεχόμενο της συζητήσεως και τις αντιδράσεις τους καταλάβαινα αν θα μπορούσα να βασισθώ στον αξιωματικό που είχα απέναντί μου.
Να σας δώσω ένα παράδειγμα: Ο στρατηγός Γκράτσιος ήταν διοικητής μου όταν εγώ υπηρετούσα στην 5η Μοίρα Καταδρομών. Είχαμε συνδεθεί, είχαμε περπατήσει 17,5 ώρες μαζί. Τον συνάντησα την 28η Οκτωβρίου στη Θεσσαλονίκη στη Λέσχη του Γ' Σώματος Στρατού. Ηταν πολλοί αξιωματικοί συγκεντρωμένοι και υπήρχε μεγάλη νευρικότητα γιατί η χούντα πίστευε ότι θα επιχειρούσα το εγχείρημα εκεί. Είχαν μάλιστα φέρει λοκατζήδες από την Αττική οι οποίοι παρήλασαν οπλισμένοι, κάτι που δεν είχε ξαναγίνει. Αυτό μου το είπε ο Περίδης, ο οποίος είχε λάβει επίσης τα μέτρα του.
Στη δεξίωση που επακολούθησε συναντήθηκα με τον στρατηγό Γκράτσιο και τον ρώτησα πώς βλέπει τα πράγματα. Μου λέει "θαυμάσια". Κατάλαβα τότε ότι ο Γκράτσιος δεν επρόκειτο να στηρίξει την προσπάθειά μου. Ετσι, με τέτοιου είδους συζητήσεις, έπρεπε σταδιακά να επιλέξω τους διαφόρους συνεργάτες μου, πέρα από τους ανθρώπους εκείνους που αποτελούσαν τον αρχικό και βασικό πυρήνα.
Σε μερικές τέτοιες περιπτώσεις έπεσα και έξω. Για παράδειγμα, όταν ήμουνα εξορία με ρώτησε ο ναύαρχος ο Ροζάκης, ο οποίος ήταν την 13η Δεκεμβρίου διοικητής του Στόλου στην Κρήτη, γιατί δεν μίλησα με τον ναύαρχο Δέδε, ο οποίος είχε παντρευτεί την αδελφή του.
"Ναύαρχε, θυμάστε τι μου είπατε όταν με είδατε την 21η Απριλίου; " τον ρώτησα. Δεν θυμόταν.
"Εγώ όμως θυμάμαι. Μπήκατε στο γραφείο, όπως μπήκαν και άλλοι στρατηγοί, και μου είπατε: Είμαι εις τας διαταγάς σας, είμαι πιστός, είμαι εναντίον της χούντας". Ξεκάθαρα πράγματα. Και ήξερα αμέσως πού να βασιστώ. Ο Δέδες όμως δεν μου είπε κάτι τέτοιο, οπότε εγώ δεν μπορούσα να του μιλήσω γιατί το τελευταίο πράγμα που επιθυμούσα ήταν να διαρρεύσει η προετοιμασία. Οπως διαπίστωσα εκ των υστέρων, είχα κάνει λάθος εκτίμηση διότι την 13η Δεκεμβρίου ο Δέδες κράτησε άψογη στάση και αισθάνθηκα τύψεις που δεν τον είχα συμπεριλάβει στο σχέδιο.
Σε όλη τη διάρκεια της προετοιμασίας, η αγωνία ήταν μεγάλη. Επρεπε να προφυλάσσομαι ακόμα και από ορισμένους υπασπιστές της υπηρεσίας μου, που δεν ήταν της δικής μου επιλογής».
- Και την ημερομηνία πώς την αποφασίσατε;
«Εγώ δεν ήθελα να κινηθώ τον Δεκέμβριο. Ηθελα αργότερα, γιατί αισθανόμουν ότι δεν είχα ολοκληρώσει την προετοιμασία της οργανώσεως. Είχα επιμείνει στον στρατηγό Περίδη να γίνει το εγχείρημα της ανατροπής της χούντας την άνοιξη του 1968 γιατί πίστευα πως χρειαζόταν περισσότερος χρόνος. Ο Περίδης όμως επέμενε να επιλέξω την 12η, 13η ή 14η Δεκεμβρίου, διότι μετά τις 15 του μηνός επρόκειτο να επιστρέψουν στις βάσεις τους οι μάχιμες μονάδες που είχαν μετακινηθεί στη Θράκη λόγω της ελληνοτουρκικής κρίσεως και στις οποίες εβασίζετο ο στρατηγός Περίδης».
- Την παραμονή της 13ης Δεκεμβρίου ήσασταν σε ένα σπίτι όπου ήταν και ο Τάλμποτ;
«Είχε από καιρό προγραμματισθεί η συνάντηση αυτή, εγώ όμως δεν είχα καθόλου διάθεση να πάω στο γεύμα, στο οποίο θα παρευρίσκετο και ο πρέσβης των ΗΠΑ Τάλμποτ. Είχα φοβερό άγχος, αφού την επομένη το πρωί θα ξεκίναγε το κίνημα για την απελευθέρωση της Ελλάδος. Δεν είχα κανένα κέφι για κουβέντα στη διάρκεια του γεύματος. H κυρία Τάλμποτ υποψιάστηκε ότι κάτι συμβαίνει και υποθέτω ότι μίλησε στον άντρα της. Την ώρα που φεύγαμε, έγινε ο εξής διάλογος με τον πρέσβη Τάλμποτ:
"Sir, are you Ο.Κ.?".
"Yes" του απάντησα.
"Μήπως θα μπορούσα να σας καλέσω στην πρεσβεία για ένα βραδινό ποτό;".
"Οχι. Ευχαριστώ για την πρόσκληση, αλλά αν θέλετε να με δείτε να έρθετε στο Τατόι αύριο στις 8.00 το πρωί".
Προφανώς θα σκέφτηκε ότι κάτι σοβαρό συμβαίνει, αφού δεν συνήθιζα να καλώ πρέσβεις σε ακρόαση στις 8.00 το πρωί.
Εκ των υστέρων, του είπα ότι θα πρέπει να μου χρωστά ευγνωμοσύνη, διότι αν είχα δεχθεί την πρόσκλησή του το βράδυ της 12ης Δεκεμβρίου, θα είχε δημιουργηθεί η εντύπωση ότι οι Αμερικανοί είχανε άμεση εμπλοκή στην κίνησή μου. Ηρθε στο Τατόι στις 8.00 το πρωί της 13ης Δεκεμβρίου. Ολο το βράδυ δούλευα. Μεταξύ άλλων, μαγνητοφώνησα το διάγγελμα που θα απηύθυνα στον ελληνικό λαό. Οταν έφθασε ο Τάλμποτ, του είπα ότι θα αναχωρούσα σε λίγο και του ανακοίνωσα την πρόθεσή μου να ανατρέψω τη χούντα.
Του είπα ότι έχω μιλήσει με τον πρόεδρο των ΗΠΑ και μου υποσχέθηκε πως θα με στηρίξει. Τον παρεκάλεσα δε, να τον ειδοποιήσει. Του ζήτησα επίσης να φροντίσει να μεταδοθεί το διάγγελμά μου από τον ραδιοφωνικό σταθμό των ΗΠΑ στην Ελλάδα, κάτι το οποίο πιστεύω ότι δεν έγινε.
Μόλις άκουσε όλα αυτά ο Τάλμποτ, κιτρίνισε από την ταραχή του. Εδειξε αμηχανία και δεν ήξερε τι να κάνει. Τον παρεκάλεσα να μεταβεί στο Πεντάγωνο και να διαβιβάσει στους αρχηγούς των Επιτελείων και στους επιτελάρχες ότι η αμερικανική κυβέρνηση επιθυμεί να εγκαταλείψουν την εξουσία».
- Ποιους πήρατε μαζί σας φεύγοντας;
«Φύγαμε, νομίζω, στις 10.00 το πρωί. Τηλεφώνησα στον Κόλλια και τον παρακάλεσα να έρθει στο Τατόι για επείγουσα ακρόαση. Οταν ήρθε ο πρωθυπουργός, του ανακοίνωσα την απόφασή μου να προχωρήσω στην ανατροπή της χούντας. Τρόμαξε και μου είπε να προσέχω. Του είπα να μην ανησυχεί.
Επιβιβαστήκαμε σε δύο αυτοκίνητα τύπου station wagon, η μητέρα μου, η βασίλισσα, που ήταν έγκυος, η κόρη μου Αλεξία, δύο ετών τότε, ο γιος μου Παύλος, επτά μηνών, ο πρωθυπουργός Κόλλιας, ο ιατρός-γυναικολόγος Κουτήφαρης και ορισμένοι συνεργάτες μου. Κατευθυνθήκαμε στο αεροδρόμιο του Τατοΐου, όπου μας περίμενε ο κύριος Παύλος Ιωαννίδης, κυβερνήτης του αεροσκάφους μου, στο οποίο επιβιβαστήκαμε, οι δε συνεργάτες μου επιβιβάστηκαν σε ένα ντακότα. Απογειωθήκαμε με κατεύθυνση την Καβάλα, σύμφωνα με το σχέδιο. Με εντολή του Λ. Πρωτοπαπά, που ήταν τότε διοικητής της Τανάγρας, μας συνόδεψαν μέχρι τη Καβάλα δύο F-104».
- Πότε η χούντα έμαθε ότι ξεκίνησε το κίνημά σας; Είχατε στείλει και μια επιστολή;
«Το πληροφορήθηκαν επισήμως 30 λεπτά περίπου μετά την αναχώρησή μας από το Τατόι. Πράγματι είχα απευθύνει επιστολές στον αρχηγό του Στρατού και σε άλλους στρατηγούς, και τους ζητούσα να παραδώσουν την εξουσία στους αξιωματικούς κομιστές των επιστολών».
- Και όταν φθάσατε στην Καβάλα;
«Υποτίθεται ότι στο αεροδρόμιο της Καβάλας έπρεπε να με αναμένει ο στρατηγός Κεχαγιάς, διοικητής της 11ης Μεραρχίας, για να μεταβούμε στο αρχηγείο του, και από εκεί να συντονίσουμε, σε συνεργασία με τους στρατηγούς Περίδη και Εσσερμαν, την όλη επιχείρηση. Οταν φθάσαμε πάνω από το αεροδρόμιο της Καβάλας, διαπιστώσαμε ότι κανείς δεν μας περίμενε!!!
Παρά το γεγονός ότι ο πύργος ελέγχου δεν λειτουργούσε, έδωσα εντολή στον Παύλο Ιωαννίδη να προσγειωθούμε. Την ώρα της προσγειώσεως έφθασε και ο στρατηγός Κεχαγιάς, ο οποίος δεν εγνώριζε τον σκοπό της αφίξεώς μου!!! Εμεινα έκπληκτος, διότι ο στρατηγός Περίδης είχε αναλάβει να ενημερώσει τον Κεχαγιά. Αυτή ήταν η πρώτη ένδειξη ότι κάτι δεν πάει καλά. Τα μέλη της οικογένειάς μου πήγαν στο ξενοδοχείο και εγώ μαζί με τον Κεχαγιά κατευθυνθήκαμε στο αρχηγείο της 11ης Μεραρχίας.
Στο μεταξύ έφθασε στην Καβάλα το ελικόπτερό μου με κυβερνήτη τον σμηναγό Παπαδόπουλο, έναν καταπληκτικό και γενναίο αξιωματικό. Επειδή στην Καβάλα δεν μπορούσα να σχηματίσω εικόνα των εξελίξεων και ήταν αδύνατον να επικοινωνήσω με τον στρατηγό Εσσερμαν, πέταξα με το ελικόπτερο στην Κομοτηνή για να συναντηθώ με τον στρατηγό Περίδη, ο οποίος, ενώ ήταν διοικητής του Γ' Σώματος Στρατού με έδρα τη Θεσσαλονίκη, ευρίσκετο στην Κομοτηνή λόγω της έκρυθμης καταστάσεως που επικρατούσε στα σύνορα με την Τουρκία.
Εκεί με περίμεναν πολλοί αξιωματικοί, μεταξύ των οποίων και ο Ζαγοριανάκος, ο οποίος ήταν πρώην υπασπιστής μου, η δε χούντα τον έκανε αργότερα αρχηγό του Στρατού. Τους μίλησα. Προσπάθησα να τους εμψυχώσω. H ατμόσφαιρα ήταν πειθαρχημένη αλλά ψυχρή. Τα μηνύματα που ελάμβανα στο μεταξύ ήσαν απογοητευτικά. H μονάδα στην οποία είχε ανατεθεί ο έλεγχος της Θεσσαλονίκης δεν είχε κινηθεί, διότι ο διοικητής της είχε συλληφθεί. Ο στρατηγός Κόρκας δεν έδινε σημεία ζωής. Και το χειρότερο: ο στρατηγός Εσσερμαν, διοικητής της 20ής Τεθωρακισμένης Μεραρχίας, είχε συλληφθεί και έτσι είχαν ακινητοποιηθεί τα υπό τις διαταγές του άρματα μάχης, τα οποία θα αποτελούσαν, σύμφωνα με το σχέδιο, την κύρια και βασική αιχμή της όλης στρατιωτικής επιχειρήσεως.
Μόνον η Αεροπορία και το Ναυτικό ακολούθησαν τις σχετικές οδηγίες. Ο Στόλος, με αρχηγό τον ναύαρχο Ροζάκη, απέπλευσε από την Κρήτη και κατευθύνθηκε προς Καβάλα. Σμήνος δε F-104, με διαταγή του Πρωτοπαπά, απογειώθηκε από την Τανάγρα και πέταξε πάνω από το Πεντάγωνο και άλλες στρατιωτικές βάσεις της Αττικής, προς εκφοβισμό. Στο σημείο αυτό πρέπει να σας πω ότι άρματα μάχης είχαν περικυκλώσει το αεροδρόμιο της Τανάγρας και απειλούσαν να το καταλάβουν, κάτι που δεν ετόλμησαν να επιχειρήσουν λόγω της σθεναρής και δυναμικής αντιμετωπίσεώς των από τον διοικητή της Τανάγρας».
- Δεν είχε δύναμη τότε το Σώμα Στρατού να σας κρατήσει και να...
«Σκοπός μου ήταν να ελέγξουμε τη Θεσσαλονίκη, αλλά, όπως σας είπα, οι μονάδες που είχαν αναλάβει αυτή την αποστολή δεν κινήθηκαν διότι οι χουντικοί αξιωματικοί τις είχαν ακινητοποιήσει».
- H χούντα προσπάθησε να επικοινωνήσει μαζί σας εκείνη την ημέρα;
«Οχι. Ή, αν προσπάθησε, δεν τα κατάφερε. Δεν είχα επαφή, είχαν κόψει όλες τις επικοινωνίες, η μόνη επικοινωνία που είχα ήταν μέσω της Χωροφυλακής. Αν τότε διαθέταμε τη σημερινή τεχνολογία, ίσως να είχαμε πετύχει τον σκοπό μας».
- Πότε καταλαβαίνετε ότι έχει τελειώσει;
«Οταν πήγα στην Κομοτηνή και διαπίστωσα αφενός μεν ότι ο στρατηγός Περίδης δεν είχε συντονίσει και καθοδηγήσει τις αναγκαίες στρατιωτικές κινήσεις και πρωτοβουλίες και αφετέρου ότι πιστοί στη χούντα αξιωματικοί είχαν συλλάβει τον στρατηγό Εσσερμαν. Το βράδυ, λοιπόν, όταν βεβαιώθηκα πλέον ότι δεν είχα καμία ελπίδα να αναστρέψω τη δυσμενή κατάσταση που είχε δημιουργηθεί, έδωσα εντολή στον Στόλο και στην Αεροπορία να επιστρέψουν στις βάσεις τους. Αντίθετη εντολή, για χρήση βίας, όπως μου είχαν εισηγηθεί ορισμένοι αξιωματικοί, θα προκαλούσε αιματοχυσία, ενδεχόμενο που ήθελα με κάθε τρόπο να αποφύγω.
Ταυτόχρονα πήρα την απόφαση να φύγω με την οικογένειά μου από την Ελλάδα και να πετάξω προς τη Ρώμη, αφού η παραμονή μου μετά την αποτυχία του εγχειρήματος θα με καθιστούσε όμηρο της χούντας και ανίσχυρο πλέον να προσφέρω τις υπηρεσίες μου για την ανατροπή της.
Ετσι έληξε άδοξα αυτή η προσπάθεια. Αναγνωρίζω ότι έγιναν πολλά λάθη από μέρους μου, αφού εγώ είχα την τελική ευθύνη. H οργάνωση, όπως αποδείχθηκε, παρουσίασε πολλά και αδικαιολόγητα κενά, ιδίως στον τομέα του συντονισμού. Ορισμένοι αξιωματικοί, στους οποίους είχα βασισθεί, απεδείχθησαν κατώτεροι των περιστάσεων, ενώ άλλοι μάς πρόδωσαν.
Πρέπει να σας πω ότι παρ' όλα αυτά είμαι υπερήφανος που ηγήθηκα αυτής της προσπάθειας για την ανατροπή της χούντας. Δοκιμάσαμε. Μου ήταν αδύνατον να παραμένω στα ανάκτορα αδρανής. Θέλω, δε, εδώ να επισημάνω πως υπήρξαν πολλοί αξιωματικοί οι οποίοι ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση του βασιλέως και ήσαν έτοιμοι να θυσιαστούν.
Οι αξιωματικοί αυτοί απετάχθησαν από το στράτευμα, βασανίστηκαν και υπέστησαν ταπεινωτική μεταχείριση. Εγώ θεώρησα ότι είχα χρέος να τους συμπαρασταθώ, υλικά και ηθικά, πράγμα που έκανα με όλες μου τις δυνάμεις. Σε αυτούς πρέπει, πιστεύω, να απονεμηθεί έπαινος και να αναγνωρισθεί η προσφορά τους στον αγώνα για την αποκατάσταση της δημοκρατίας».
- Οταν φθάσατε στη Ρώμη είχατε ετοιμάσει τίποτε εκεί;
«Απολύτως τίποτα. Προσγειωθήκαμε στο στρατιωτικό αεροδρόμιο Τσιαμπίνο της Ρώμης, όπου είχαν συγκεντρωθεί οι δημοσιογράφοι των ξένων μέσων ενημερώσεως».
- Οταν φθάνετε στη Ρώμη έχετε επαφές με Καραμανλή...;
«Επικοινώνησα με τον Καραμανλή μόλις έφθασα. Του διηγήθηκα τι έγινε. Είχα μαζί του συνεχείς τηλεφωνικές επαφές όσο βρισκόμασταν στην εξορία και συναντηθήκαμε περίπου πέντε φορές».
- Στο Παρίσι;
«Λουξεμβούργο, Παρίσι, Λονδίνο... Πάντοτε μυστικά. H πρώτη συνάντηση έγινε στο Λουξεμβούργο».
- H συζήτηση ήταν κάτι συγκεκριμένο;
«Ναι, βέβαια, συζητούσαμε για την πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα και ανταλλάσσαμε απόψεις για το τι πρέπει να κάνουμε κλπ. H δική μου προσπάθεια ήταν να τον πείσω να ενεργοποιηθεί παίρνοντας τις αναγκαίες πρωτοβουλίες για την αποκατάσταση της δημοκρατίας, πρωτοβουλίες που θα στήριζα ανεπιφύλακτα».
- Για τα παλιά μιλούσατε τότε; Τι έγινε το '63, το '65;
«Οχι, δεν υπήρχε λόγος. Και οι δυο μας πιστεύαμε ότι η παραμονή του δικτατορικού καθεστώτος στην εξουσία αποτελούσε κίνδυνο για τη χώρα και συνεπώς η ιστορική ανάλυση του παρελθόντος ήταν πολυτέλεια. Επρεπε να επικεντρωθούμε στη στρατηγική της ανατροπής της χούντας».
- Τον Ανδρέα τον βλέπατε;
«Οχι, δεν είχαμε καμία άμεση επαφή, αλλά εγνώριζε τις θέσεις μου διότι μέσω φίλου του ανταλλάσσαμε μηνύματα. Δυστυχώς δεν ανταποκρίθηκε στις προσπάθειές μου να δημιουργηθεί ένα ενιαίο αντιχουντικό μέτωπο στο εξωτερικό».
- Με τον Μητσοτάκη;
«Με τον Μητσοτάκη είχαμε συναντηθεί πολλές φορές».
- Από μέσα από τη χούντα υπήρχαν κάποια μηνύματα;
«Το πρώτο μήνυμα μου διεβίβασε ο αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος, ο οποίος ήρθε την επομένη στη Ρώμη. Μου είπε ότι η κυβέρνηση επιζητούσε την άμεση επιστροφή μου. Του απάντησα ότι αυτό δεν ήταν δυνατόν. Μέχρι τον Ιούλιο του 1974 είχα λάβει πολλά μηνύματα από τη χούντα για να γυρίσω πίσω στην Ελλάδα. H μόνιμη απάντησή μου ήταν ότι απαραίτητη προϋπόθεση για να επιστρέψω ήταν η διενέργεια ελευθέρων εκλογών και η αποκατάσταση ομαλού κοινοβουλευτικού βίου. Εδώ θέλω να προσθέσω ότι ο αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος, ο οποίος υπήρξε ιερεύς των ανακτόρων και ήταν στενά συνδεδεμένος με την οικογένειά μου, δέχθηκε να ορκίσει τον Ζωιτάκη αντιβασιλέα ενόσω βρισκόμουν ακόμα επί ελληνικού εδάφους. H πράξη του αυτή αποτελούσε κατάφωρη παραβίαση του Συντάγματος και της ηθικής τάξεως απέναντί μου».
- Από κάποιους μέσα από τη χούντα, εναντίον του Παπαδόπουλου, υπήρχαν μηνύματα διαφοροποίησης ή όχι;
«Οχι».
- Από τους Αμερικανούς είχατε κάποια βολιδοσκόπηση;
«Με τους Αμερικανούς είχα συχνές επαφές. Προσπαθούσα να τους πείσω να ασκήσουν πιέσεις στη χούντα για να εγκαταλείψει την εξουσία.
Δυστυχώς οι προσπάθειές μου αυτές δεν έβρισκαν ανταπόκριση διότι κατά τη διάρκεια της προεδρίας του Νίξον οι ΗΠΑ στήριζαν σε διάφορες χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδος, απολυταρχικά καθεστώτα.
Ηταν τότε το κλίμα του Ψυχρού Πολέμου και θεωρούσαν ότι έπρεπε να προωθούν και να στηρίζουν τα αποκαλούμενα αντικομμουνιστικά καθεστώτα παραγνωρίζοντας ή μη αντιλαμβανόμενοι τις αρνητικές επιπτώσεις που προκαλούσε η πολιτική αυτή. Στη συνάντηση που είχα με τον υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ Ρότζερς, όταν πήγα στην Ουάσιγκτον για να παραστώ στην κηδεία του Αϊζενχάουερ, του τόνισα ότι αν συνεχισθεί η φιλοχουντική πολιτική τους θα ενισχύσουν ακόμα περισσότερο τα αντιαμερικανικά αισθήματα του ελληνικού λαού».
- Με τον Μακάριο είχατε κάποια επαφή;
«Πολλές. Με ενημέρωνε για τις εξελίξεις του Κυπριακού και προσπαθούσε να συμβάλει και αυτός στην ανατροπή της χούντας. Θυμάμαι πως μιλήσαμε στο τηλέφωνο αμέσως μετά την απόπειρα δολοφονίας εναντίον του, καθώς πετούσε με το ελικόπτερο, και τον προειδοποίησα να προσέχει και να προφυλάσσεται από τον αξιωματικό Παπαποστόλου, ο οποίος, όπως με είχαν πληροφορήσει, έτρεφε εχθρικά προς αυτόν αισθήματα».
"Θα μαζέψει ο Γκιζίκης όλα τα καλά παιδιά!!! Ούτε εσάς θέλουν ούτε εμένα"
Tο καλοκαίρι του 1974 οι σχέσεις τού προέδρου της Κύπρου αρχιεπισκόπου Μακαρίου με τη χούντα των Αθηνών εισέρχονται σε κρίση. Ο Μακάριος ζητεί με επιστολή του στον πρόεδρο Γκιζίκη την απομάκρυνση των ελλήνων αξιωματικών από την Κύπρο και ανατρέπεται με πραξικόπημα στις 15 Ιουλίου. Λίγες ημέρες μετά, τα τουρκικά στρατεύματα αποβιβάζονται στην Κύπρο και ο Καραμανλής επιστρέφει στην Αθήνα στις 24 Ιουλίου, αναλαμβάνοντας τη διακυβέρνηση της χώρας.
- Εσείς παίρνετε ένα μήνυμα από τον Μακάριο το '74 ότι τα πράγματα με τη χούντα θα φθάσουν στα άκρα.
«Αυτό έγινε όταν έστειλε ο Μακάριος το περίφημο γράμμα προς τον Γκιζίκη».
- Την προηγουμένη;
«Ναι, νομίζω την προηγουμένη. Ο Σταύρου, που ήταν τότε γραμματέας του Μακαρίου, μου έφερε στο Λονδίνο την επιστολή που είχε αποφασίσει να αποστείλει ο Μακάριος στον Γκιζίκη. Ο Αρχιεπίσκοπος ζητούσε πάντοτε τη γνώμη μου στις δύσκολες στιγμές. Ρώτησα τον Σταύρου αν είχαν ενημερώσει τις ΗΠΑ, τη Μεγάλη Βρετανία, τη Σοβιετική Ενωση και τις υπόλοιπες χώρες του ΝΑΤΟ, και μου απάντησε ότι κάτι τέτοιο δεν είχε γίνει.
"Με τι πλάτες" τον ρώτησα "θα τα βάλετε με τη χούντα;".
"Θα σας συνιστούσα να πάτε στο Παρίσι να δείτε τον Καραμανλή, να τον ενημερώσετε και να πάρετε και τη συμβουλή του" είπα στον Σταύρου, και συνέχισα:
"Πάντως πείτε στον Μακαριότατο ότι θεωρώ πολύ επικίνδυνο αυτό που πάει να κάνει".
Πήρα αμέσως τηλέφωνο τον Καραμανλή, τον ενημέρωσα, και του είπα ότι θα πάει στο Παρίσι να τον συναντήσει ο Σταύρου. Ο πρόεδρος μου απάντησε πως θα τον περιμένει και θα του πει ακριβώς τα ίδια που του είχα πει και εγώ. Οταν έφυγε ο Σταύρου, τηλεφώνησα στον πρωθυπουργό της Μεγάλης Βρετανίας Γουίλσον και ζήτησα ακρόαση, αλλά δεν μπορούσε να με δεχθεί διότι επρόκειτο να πάει στη Βουλή των Κοινοτήτων. Του ετόνισα ότι το θέμα είναι εξαιρετικά επείγον και ότι πρέπει να τον δω αμέσως.
Με δέχθηκε, του μετέφερα τη συνομιλία που είχα με τον γραμματέα του Μακαρίου και με ρώτησε ποια είναι η εκτίμησή μου. Του απάντησα ότι κατά την κρίση μου υπάρχουν δύο ενδεχόμενα: ή να δεχθεί η χούντα τους όρους του Μακαρίου, κάτι που κατά την άποψή μου ήταν αδύνατον διότι θα αποτελούσε ταπεινωτική υποχώρηση, ή να τους απορρίψει, οπότε θα ήταν αναγκασμένη να προχωρήσει σε πραξικόπημα κατά του Μακαρίου, με άμεση συνέπεια την εισβολή του τουρκικού στρατού στην Κύπρο.
Ο άγγλος πρωθυπουργός ανησύχησε με τα όσα του είπα. Του επεσήμανα τότε ότι ήταν μια ευκαιρία να πιέσει τους Αμερικανούς να συγκρατήσουν τη χούντα και την Τουρκία για να αποφευχθεί μία ενδεχόμενη πολεμική σύρραξη που θα δημιουργούσε μεγάλη αναστάτωση στην περιοχή. Δυστυχώς ο Μακάριος έστειλε την επιστολή και, όπως είχα προβλέψει, μετά από λίγες μέρες έγινε το πραξικόπημα με τις γνωστές τραγικές συνέπειες για την Κύπρο».
- Με τον Καραμανλή επικοινωνούσατε εκείνες τις μέρες;
«Συνεχώς. Και δυο-τρεις φορές την ημέρα. Προσπαθούσα να πείσω τον πρόεδρο ότι ήταν απαραίτητο να κάνουμε και οι δύο δηλώσεις, καταγγέλλοντας τη χούντα και ζητώντας την άμεση απομάκρυνσή της από την εξουσία. Δυστυχώς ο Καραμανλής δεν δέχθηκε».
- Στις 23 Ιουλίου το πρωί, εσείς πώς μαθαίνετε ότι κάτι αλλάζει στην Ελλάδα;
«Είχα εγκατασταθεί στο ξενοδοχείο για να έχω μεγαλύτερη δυνατότητα τηλεφωνικών επαφών. Νομίζω πως εκείνο το πρωί με ξύπνησαν λέγοντάς μου ότι, σύμφωνα με φήμες που κυκλοφορούσαν, ο Γκιζίκης προετοίμαζε σύσκεψη πολιτικών αρχηγών. Μόλις το άκουσα, επικοινώνησα αμέσως τηλεφωνικά με τον Καραμανλή, τον οποίο μάλιστα ξύπνησα. Του είπα ότι υπάρχει ενδεχόμενο να γίνει σύσκεψη υπό την ηγεσία του Γκιζίκη με τους πολιτικούς αρχηγούς. Περιέργως ο πρόεδρος έσκασε στα γέλια, κάτι που δεν το συνήθιζε. Τον ρώτησα γιατί γελάει και μου απάντησε:
"Θα μαζέψει ο Γκιζίκης όλα τα καλά παιδιά!!! Ούτε εσάς θέλουν ούτε εμένα".
"Μα, τώρα, κύριε πρόεδρε, τελειώνει η χούντα είτε το θέλουν είτε όχι, πρέπει να αποφευχθεί μια χειρότερη καταστροφή".
Ολη τη μέρα χτύπαγαν τα τηλέφωνα. Κάποια στιγμή, μου λέει η τηλεφωνήτρια ότι θέλει να μου μιλήσει ο πρόεδρος από το Παρίσι. Σκέφθηκα πως κάποιος δημοσιογράφος μού κάνει πλάκα. Σηκώνω όμως αμέσως το τηλέφωνο και όντως ήταν ο Καραμανλής. Ποτέ δεν είχα ακούσει τον πρόεδρο έτσι. Ηταν ταραγμένος και φώναζε:
"Μεγαλειότατε, τι να κάνω; Αυτή τη στιγμή μού τηλεφώνησε ο Γκιζίκης και μου είπε να επιστρέψω στην Ελλάδα".
"Αν μπορώ να σας δώσω μια συμβουλή, μπείτε στο πρώτο αεροπλάνο και γυρίστε αμέσως στην Ελλάδα".
"Καλά, καλά, θα το σκεφτώ" μου απάντησε.
Μετά απ' αυτό το τηλεφώνημα επικοινώνησα με τη βασίλισσα της Αγγλίας, μίλησα με τον πρωθυπουργό Γουίλσον και τους μετέφερα τις εξελίξεις. Ο πρωθυπουργός μού ζήτησε να τον συναντήσω στις 6.00 το απόγευμα. Αμέσως επικοινώνησα με τον Καραμανλή, ο οποίος ήταν πολύ ήρεμος, και του είπα ότι έχω ραντεβού με τον πρωθυπουργό της Αγγλίας.
"Επειδή είμαι σίγουρος, κύριε πρόεδρε, ότι σε μερικές ώρες θα γυρίσετε στην Ελλάδα και θα αναλάβετε την ευθύνη της διακυβερνήσεως του τόπου, δεν επιθυμώ να προβώ σε οιαδήποτε ενέργεια που ενδεχομένως θα δυσκόλευε τις προσπάθειές σας".
Ο Καραμανλής ήταν ευγενέστατος και με συνεκίνησε λέγοντάς μου:
"Ακούστε, Μεγαλειότατε, θέλω να σας πω ότι με βρίσκουν σύμφωνο όλες οι κινήσεις που κάνατε τα τελευταία χρόνια".
Στη συνέχεια επεσήμανα στον πρόεδρο ότι θα τον στηρίξω με όλες μου τις δυνάμεις στο δύσκολο έργο που θα κληθεί να επιτελέσει.
"Θα ήθελα να σας πω κάτι, Μεγαλειότατε. Στον Γκιζίκη δεν έθεσα το θέμα του θεσμού διότι δεν θέλω να κόψω της γέφυρες πριν φθάσω στην Αθήνα. Μόλις φθάσω, θα το θέσω αμέσως και θα σας παρακαλέσω να είστε έτοιμος να επιστρέψετε για να μπορέσω να ορκιστώ στον νόμιμο αρχηγό του κράτους".
Τότε του είπα:
"Κύριε πρόεδρε, αυτή τη στιγμή εκείνο που προέχει είναι να φύγει η χούντα. Εγώ θα κάνω ό,τι μου είναι δυνατόν για να σας βοηθήσω. Είμαι βέβαιος ότι κανένας Ελληνας δεν θα κοιμάται αυτή τη στιγμή. Θα είμαι έτοιμος να γυρίσω ανά πάσα στιγμή. Ο Θεός μαζί σας".
"Ευχαριστώ πάρα πολύ, Μεγαλειότατε. Γεια σας"».

Τετάρτη, 24 Απριλίου 2013

Μιλάει ο Κωνσταντίνος H Αποστασία και οι σχέσεις του με τον K. Καραμανλή, τον Γ. Παπανδρέου και τον K. Μητσοτάκη



Μιλάει ο Κωνσταντίνος

O Κωνσταντίνος με τον συντάκτη του «Βήματος» κ. Αλ. Παπαχελά «Το Βήμα» στο πλαίσιο της έρευνας για τα γεγονότα του 1965 δημοσιεύει από σήμερα τις απαντήσεις που έδωσε ο βασιλεύς Κωνσταντίνος. H συνέντευξη του βασιλέως, λόγω της μεγάλης εκτάσεώς της, θα δημοσιευθεί σε συνέχειες από την ερχόμενη Τρίτη. Σήμερα ο συντάκτης του «Βήματος» κ. Αλ. Παπαχελάς παρουσιάζει ορισμένα από τα κυριότερα σημεία της συνεντεύξεώς του με τον Κωνσταντίνο. Οποιος ενδιαφέρεται έστω και ελάχιστα για τη σύγχρονη ελληνική ιστορία και γνωρίσει τον βασιλέα Κωνσταντίνο, αντιλαμβάνεται πολύ γρήγορα ότι πρόκειται για άνθρωπο τον οποίο βασανίζουν ακόμη ερωτήματα για τις κρίσιμες αποφάσεις που πήρε πριν από 40 και κάτι χρόνια και οι οποίες σφράγισαν την πορεία του τόπου, αλλά και τη δική του μοίρα. Την πρώτη φορά που τον γνώρισε ο γράφων, πριν από μερικά χρόνια, ήταν σαφές πως συνέχιζε να αναζητεί τις απαντήσεις σε τρία κρίσιμα ερωτήματα: πώς μπορούσε να είχε αποφύγει τη σύγκρουση του Κωνσταντίνου Καραμανλή με το Παλάτι το 1963 και τη φοβερή σύγκρουση με τους Παπανδρέου το καλοκαίρι του 1965 και, τέλος, πώς θα μπορούσε να είχε χειριστεί τη νύχτα της 21ης Απριλίου του 1967 και την επωδό της. Ο Κωνσταντίνος είναι εξαιρετικός όταν διηγείται περιστατικά από την περίοδο εκείνη. Στο σπίτι του στο Hampstead του Λονδίνου καθόταν σε μια πολυθρόνα παρακολουθώντας με μανία τα ελληνικά κανάλια για να μάθει τις τελευταίες ειδήσεις και, ταυτόχρονα, άρχισε ξαφνικά να διηγείται τι συνέβη όταν πρωτογνώρισε τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο στο όρος Σινά. H μνήμη του είναι δυνατή - μπορεί εύκολα να θυμηθεί μικρά συμβάντα που εκτυλίχθηκαν πριν από μισό αιώνα. Το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσο είναι και - υποσυνείδητα ή εσκεμμένα - επιλεκτική. Γεγονός είναι πως για πρώτη φορά ανοίγει τα χαρτιά του για κάθε σημαντική πτυχή της ταραγμένης ελληνικής δημοκρατίας της περιόδου 1955-74. H συνέντευξη αυτή απαιτεί δύο και τρεις αναγνώσεις σε ορισμένα σημεία. Και αυτό γιατί στην τρίτη ανάγνωση προκύπτει πάντοτε ένα εύλογο ερώτημα: Μα πώς δεν ήξερε τι συνέβαινε στο παρασκήνιο; Και αν δεν ήξερε, μήπως υπήρχαν στενοί συνεργάτες του, όπως π.χ. ο Μιχαήλ Αρναούτης, που έπαιζαν τα δικά τους παιχνίδια εν αγνοία του; H ευθύνη ασφαλώς ανήκει μόνο σε εκείνον, αλλά για όσους ψάχνουν την ιστορία με μανία, οι απαντήσεις αυτές έχουν τη σημασία τους. Το συμπέρασμα πάντως παραμένει πως ο Κωνσταντίνος κρύβει ακόμη πράγματα, είτε γιατί δεν θέλει να εκθέσει συνεργάτες του είτε για να μην «ενοχοποιήσει» περαιτέρω την υστεροφημία του. Ο Κωνσταντίνος στη συνέντευξή του μιλάει ανοιχτά για τις σχέσεις του Κωνσταντίνου Καραμανλή με το Παλάτι, από την επιλογή του ως πρωθυπουργού το 1955 ως την αυτεξορία του στη Γαλλία το 1963 αλλά και ως τη Μεταπολίτευση. «Ο πατέρας μου, η μητέρα μου και πολύς κόσμος θεωρούσαν ότι ο Καραμανλής, τότε ηλικίας 47 χρόνων, ήταν ο πολιτικός που θα μπορούσε να σχηματίσει μια ισχυρή κυβέρνηση και να οδηγήσει τον τόπο σε μία νέα πορεία» αναφέρει εξηγώντας την επιλογή των Ανακτόρων μετά τον θάνατο του Στρατάρχη Παπάγου, η οποία αιφνιδίασε τότε τον πολιτικό κόσμο. Περιγράφει την κρίση του 1963, όταν ο Καραμανλής συγκρούστηκε με τον βασιλέα Παύλο αλλά και τη Φρειδερίκη με αφορμή το επίσημο ταξίδι του βασιλικού ζεύγους στο Λονδίνο. Για πολλούς ιστορικούς η σύγκρουση εκείνη ήταν καταλυτική και αποτελεί ουσιαστικά την απαρχή της παρατεταμένης αστάθειας που οδήγησε στο πραξικόπημα της 21ης Απριλίου. Ο Κωνσταντίνος διηγείται για πρώτη φορά πώς αντέδρασε ο πατέρας του όταν έμαθε την πρόθεση του Καραμανλή να αναχωρήσει για το Παρίσι: «Θυμάμαι πως μόλις το πληροφορηθήκαμε μου έδωσε εντολή ο πατέρας μου να πάρω το αυτοκίνητο και να τρέξω στο αεροδρόμιο για να προσπαθήσω να αποτρέψω την αναχώρηση του Καραμανλή. Δυστυχώς δεν πρόλαβα, αλλά δεν πιστεύω πως θα τον απέτρεπα». Ο Παύλος είχε προφανώς καταλάβει τη σημασία της αποχώρησης του Καραμανλή γιατί, όπως διηγείται ο Κωνσταντίνος: «Οταν ο πατέρας μου ήταν άρρωστος και τον πήγαν στον "Ευαγγελισμό", στα τέλη του 1963, για να κάνει ακτινογραφίες, θυμάμαι πως μια μέρα, βγαίνοντας από το νοσοκομείο, γυρίζει και με ρωτά: Δεν μου λες, εσύ γιατί νομίζεις ότι παραιτήθηκε ο Καραμανλής;». Ο Κωνσταντίνος έχει τη δική του ερμηνεία, καθώς πιστεύει ότι ο αρχηγός της EPE ήξερε πως τελείωνε πολιτικά και προτίμησε να ρίξει την ευθύνη στο Παλάτι βρίσκοντας μια δικαιολογία να εγκαταλείψει τον στίβο της πολιτικής. Επιπλέον αναφέρεται στην περίοδο της διακυβέρνησης της Ενωσης Κέντρου περιγράφοντας μια ειδυλλιακή σχέση με τον Γεώργιο Παπανδρέου. Αποκαλύπτει μάλιστα πως σε μια κοινωνική βραδιά στο παλάτι εκμυστηρεύθηκε στον «Γέρο» τις ανησυχίες του για μια ενδεχόμενη σύγκρουσή τους και εκείνος του απάντησε: «Ακουσε, Βασιλεύ. H διαφωνία Βασιλέως και Δεξιάς δεν είναι παρά μία οικογενειακή υπόθεση.Διαφωνία Βασιλέως και Δημοκρατικής Παρατάξεως είναι τραγωδία του Εθνους». H τραγωδία, όπως όλοι γνωρίζουμε, δεν άργησε να έλθει. Ο Κωνσταντίνος εξηγεί πως δεχόταν πιέσεις από ισχυρούς οικονομικούς παράγοντες της εποχής για να αντιπαρατεθεί με τον Παπανδρέου. Για πρώτη φορά αποκαλύπτει όμως πως ο άνθρωπος που προκάλεσε την τελική κρίση ήταν ο στρατηγός Γρίβας, ο πρώην αρχηγός της ΕΟΚΑ, ο οποίος του έστελνε απόρρητα ενημερωτικά σημειώματα με τα οποία υποστήριζε ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε δημιουργήσει τη στρατιωτική μυστική οργάνωση ΑΣΠΙΔΑ. Ο τέως Βασιλεύς αποκαλύπτει επίσης για πρώτη φορά έναν από τους συντάκτες των περιώνυμων βασιλικών επιστολών, τις οποίες ο ίδιος έστειλε στον πρωθυπουργό Παπανδρέου προτού παραιτηθεί. Οι ιστορικοί αναζητούν χρόνια να βρουν την απάντηση και ο Κωνσταντίνος παραδέχεται πως ένας από τους συντάκτες ήταν ο Πάνος Κόκκας, τότε εκδότης της εφημερίδας «Ελευθερία» και ένας από τους στενότερους φίλους και συμμάχους του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη. Και εδώ ασφαλώς προκύπτει πλέον το ερώτημα: Μπορεί να γνώριζε ο Κόκκας και όχι ο Μητσοτάκης την εξυφαινομένη συνωμοσία; Στη συνέχεια διηγείται πώς κατέληξε ο ιστορικός διάλογος που είχε με τον Παπανδρέου πίσω από τις κλειστές πόρτες του γραφείου του στην Ηρώδου Αττικού, στις 15 Ιουλίου 1965: «- Κύριε Πρωθυπουργέ, γιατί δεν κάνουμε κάτι άλλο... - Τι άλλο μπορεί να γίνει; - Προτείνω να μεταφερθεί η διαδικασία της ανακρίσεως στο υπουργείο Δικαιοσύνης. Αν το δεχθείτε, θα υπογράψω αμέσως το σχετικό διάταγμα για να αναλάβετε το υπουργείο Εθνικής Αμύνης. Ο πρωθυπουργός φάνηκε πολύ αμήχανος, αλλά, δυστυχώς, δεν δέχθηκε την πρότασή μου, υπέβαλε την παραίτησή του και φεύγοντας κοντοστάθηκε στην πόρτα, και μου είπε: - Εχω την κοινοβουλευτική πλειοψηφία και το δικαίωμα να ζητήσω τη διεξαγωγή εκλογών.Αλλά δεν το ζητώ. Οπότε του λέω: - Είμαι, τότε, κύριε Πρωθυπουργέ, ελεύθερος να κινηθώ όπως νομίζω. - Αντιλαμβάνομαι απολύτως τι μου λέτε, Μεγαλειότατε». Ο Κωνσταντίνος μιλάει για τα δικά του λάθη εκείνη την περίοδο: «Δεν γνωρίζω γιατί έγιναν όλα αυτά, νομίζω όμως ότι είχα σωστά προβλέψει πως κάποιοι επεδίωκαν να συγκρουστώ με τον Γ. Παπανδρέου. Τα γεγονότα είναι γνωστά. Πρέπει όμως να σας ομολογήσω ότι διέπραξα λάθη. Πρώτον: Δεν έπρεπε ποτέ να είχα απευθύνει στον πρωθυπουργό εκείνες τις επιστολές. Δεύτερον: Δεν έπρεπε ποτέ να εμπλακώ τόσο γρήγορα σε διαφωνία με τον Γ. Παπανδρέου. Τρίτον: Επρεπε να καταβάλω μεγαλύτερες προσπάθειες για να τον πείσω να μην παραιτηθεί». Ο Κωνσταντίνος ομολογεί πως ως σήμερα δεν έχει καταλάβει γιατί ο Παπανδρέου δεν του ζήτησε ούτε τότε αλλά ούτε και λίγο αργότερα να προχωρήσει σε εκλογές, γεγονός που ήταν υποχρεωμένος να δεχθεί και σχεδόν βέβαιο πως θα κέρδιζε η EK. Στο ουσιώδες ερώτημα κατά πόσο γνώριζε για τη δωροδοκία βουλευτών της EK προκειμένου να ψηφίσουν την κυβέρνηση Στεφανόπουλου, ο Κωνσταντίνος αρνείται ότι ο ίδιος είχε δώσει κάποια σχετική εντολή, αλλά προσθέτει με νόημα: «Δεν είχα απολύτως καμία ανάμειξη σε αυτό το ταπεινωτικό και εξευτελιστικό για τους θεσμούς παρασκήνιο». Οταν επιμένουμε: «Υπάρχει περίπτωση κάποιος δικός σας άνθρωπος να έκανε κάτι;» εκείνος απαντά: «Δεν έχω ερευνήσει το θέμα αυτό. Δεν είχα ρωτήσει ποτέ τους Αρναούτη, Χοϊδά και Παπανικολάου αν είχανε επιχειρήσει να εξαγοράσουν βουλευτές. Δεν αμφιβάλλω όμως ότι θα μίλησαν σε κάποιους βουλευτές προκειμένου να τους πείσουν να στηρίξουν τις κυβερνήσεις Νόβα,Τσιριμώκου και Στεφανόπουλου». Και σε αυτό το σημείο ανακύπτει ένα ζήτημα που αφορά το πόσο διαφορετική είναι η δική του διήγηση από το περιεχόμενο των απορρήτων αμερικανικών εγγράφων της εποχής εκείνης. Για παράδειγμα, ο Κωνσταντίνος υποστηρίζει ότι τον είχε ενοχλήσει βαθύτατα ο επικεφαλής της αμερικανικής πρεσβείας στην Αθήνα Νόρμπερτ Ανσουτζ γιατί ανακατευόταν πολύ στα εσωτερικά της χώρας και προέτρεπε βουλευτές να μην ψηφίσουν τον Στεφανόπουλο. Τα επίσημα αρχεία των ΗΠΑ δείχνουν τον Ανσουτζ να έχει υπογράψει αίτημα της πρεσβείας, ύστερα από κρούση των Ανακτόρων, να ξεκινήσει μυστική επιχείρηση της CIA για την εξασφάλιση των απαραίτητων ψήφων βουλευτών για την κυβέρνηση Στεφανόπουλου. Εν πάση περιπτώσει ο Κωνσταντίνος διηγείται, για πρώτη φορά, πώς συνάντησε μυστικά τον Γεώργιο Παπανδρέου σε μια ερημική τοποθεσία λίγους μήνες μετά τα γεγονότα της Αποστασίας. Μία ακόμη τοποθέτησή του που θα προκαλέσει αντιδράσεις είναι όσα περιγράφει για τη μυστική αποστολή του στενού του συνεργάτη Δημητρίου Μπίτσιου στο Παρίσι, το 1966, για να πείσει τον Καραμανλή να επιστρέψει στην ενεργό πολιτική. Κατά τον τέως Βασιλέα ο Μπίτσιος του είπε: «Ο Καραμανλής μού τόνισε ότι προϋπόθεση για να επιστρέψει στην Ελλάδα είναι να κηρύξετε τον στρατιωτικό νόμο, ως έχετε δικαίωμα σύμφωνα με το Σύνταγμα». Ο Κωνσταντίνος ισχυρίζεται όμως ότι και ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, αρχηγός της EPE και πρωθυπουργός όταν έγινε το πραξικόπημα, «μου είχε δύο φορές εισηγηθεί να κηρύξω τον στρατιωτικό νόμο.Μία φορά επί κυβερνήσεως Στεφανόπουλου και μία όταν ήταν πρωθυπουργός,το 1967, πριν το πραξικόπημα». Και σε αυτό το σημείο, αν δηλαδή το Παλάτι είχε δώσει εντολή για τη διεξαγωγή ενός «θεσμικού» πραξικοπήματος ή, όπως απεκαλείτο τότε, μιας «συνταγματικής εκτροπής», η διήγηση του Κωνσταντίνου έρχεται σε αντίθεση με τα αμερικανικά αρχεία αλλά και διηγήσεις άλλων ιστορικών πρωταγωνιστών. Τα αρχεία εμφανίζουν π.χ. τον Μπίτσιο να ζητεί από τον τότε σταθμάρχη της CIA Τζακ Μόρι το «πράσινο φως» για μια βασιλική «εκτροπή», ενώ ο ένας από τους τρεις δικτάτορες, ο Νικόλαος Μακαρέζος, έχει διηγηθεί στον γράφοντα ότι ο Αρναούτης ήταν απολύτως ενήμερος για την ανανέωση του σχεδίου «Προμηθεύς» το οποίο εφαρμόστηκε την 21η Απριλίου. Ο Κωνσταντίνος περιγράφει με λεπτομέρειες τι συνέβη τα ξημερώματα της 21ης Απριλίου 1967 αρχικά στο Τατόι, όπου τον επισκέφθηκαν οι Παπαδόπουλος, Παττακός και Μακαρέζος, και εν συνεχεία στο Πεντάγωνο, όπου αντελήφθη ότι είχε χάσει πλήρως τον έλεγχο της κατάστασης. Εν συνεχεία διηγείται την επίσκεψή του στον Λευκό Οίκο, τον Σεπτέμβριο του 1967, και τη συνάντησή του με τον πρόεδρο Τζόνσον. Ο τέως Βασιλεύς αποκαλύπτει μάλιστα πως ο Τζόνσον του έστειλε ύστερα από λίγο καιρό έναν ειδικό ασύρματο με τον οποίο μπορούσε να επικοινωνεί απευθείας με τον Λευκό Οίκο. Εχει ενδιαφέρον άλλωστε το πώς ο Κωνσταντίνος πληροφορείται, και λόγω των αμερικανικών αρχείων, ότι ένας αμερικανός αξιωματικός με τον οποίο είχε συνδεθεί στενά από τη δεκαετία του 1950 και με τον οποίο έπαιζε συχνά σκουός και του μιλούσε ανοιχτά, δεν ήταν ένας «απλός» αξιωματικός αλλά ο βασικός άνθρωπος που είχε τοποθετήσει η CIA δίπλα του. Ο Κωνσταντίνος διηγείται ακόμη την τραγική εξέλιξη του αντικινήματος της 13ης Δεκεμβρίου 1967 και τη μακρά περίοδο εξορίας, αρχικά στη Ρώμη και κατόπιν στο Λονδίνο. Για πρώτη φορά αποκαλύπτει πως ο ίδιος, αλλά και ο Καραμανλής μέσω αυτού, είχε ενημερωθεί από τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο για την επιστολή του προς τη χούντα των Αθηνών τον Ιούλιο του 1974, με την οποία ζητούσε την απομάκρυνση των ελλήνων αξιωματικών από την Κύπρο. Αυτή είναι η επιστολή που πυροδότησε την οριστική ρήξη στις σχέσεις Μακαρίου - Ιωαννίδη και την ανατροπή του προέδρου της Κύπρου. Ο  Βασιλεύς διηγείται τέλος την τελευταία του συνομιλία με τον Καραμανλή λίγο προτού εκείνος επιστρέψει στην Ελλάδα στις 23 Ιουλίου 1974: «Ολη μέρα χτύπαγαν τα τηλέφωνα. Κάποια στιγμή μου λέει η τηλεφωνήτρια ότι με ζητά ο President of Paris. Λέω κάποιος δημοσιογράφος μου κάνει πλάκα. H γυναίκα μου λέει ότι ο Καραμανλής είναι ο πρόεδρος από το Παρίσι. Σηκώνω αμέσως το τηλέφωνο και όντως ήταν ο Καραμανλής. Ποτέ δεν είχα ακούσει τον πρόεδρο έτσι. Ηταν έξαλλος από την αγωνία του και φώναζε: Μεγαλειότατε, τι να κάνω; Αυτή τη στιγμή με πήρε ο Γκιζίκης και μου λέει να γυρίσω πίσω. Εκείνη το στιγμή το ένστικτό μου μου έλεγε ότι δεν πάνε καλά τα πράγματα. Αλλά μπαίνει η λογική και του λέω ότι αν μπορώ να δώσω μια συμβουλή είναι: Μπείτε στο πρώτο αεροπλάνο και φύγετε. Καλά, καλά, θα το σκεφτώ, μου λέει. Μετά απ' αυτό το τηλεφώνημα, παίρνω αμέσως τη βασίλισσα της Αγγλίας, μίλησα στον πρωθυπουργό και του είπα: Μίλησα με τον κ. Καραμανλή και έγινε αυτό κι αυτό. Μου έδωσε ραντεβού να τον συναντήσω. Ενημερώνω αργότερα τον Καραμανλή, ο οποίος ήταν τελείως αλλαγμένος και υπό έλεγχο, και του είπα ότι έχω ραντεβού με τον πρωθυπουργό της Αγγλίας. Επειδή είμαι σίγουρος ότι θα γυρίσετε στην Ελλάδα σε μερικές ώρες και θα αναλάβετε την ευθύνη του τόπου,δεν έχω διάθεση να προβώ σε καμία ενέργεια η οποία θα μηδένιζε κάποια προσπάθεια. Ο κ. Καραμανλής ήταν ευγενέστατος και με συνεκίνησε λέγοντάς μου: Ακούστε, όλες οι κινήσεις που κάνατε τα τελευταία χρόνια με βρήκαν σύμφωνο. Λέω, κύριε πρόεδρε, το έργο που θα αναλάβετε είναι πάρα πολύ δύσκολο και εγώ θα κάνω ό,τι είναι δυνατόν, στις δυνάμεις μου, να σας βοηθήσω. Μου λέει, θα ήθελα να σας πω κάτι. Λέω, τι θέλετε, κύριε πρόεδρε; Μου λέει, εγώ δεν έχω θέσει θέμα θεσμού, διότι δεν θέλω να κόψω τις σχέσεις πριν φθάσω κάπου. Μόλις φθάσω, θα το θέσω το θέμα αμέσως και θα σας παρακαλέσω να είστε έτοιμος να κατέβετε αμέσως, για να μπορέσω αμέσως να ορκιστώ. Του λέω, κύριε πρόεδρε,κοιτάξτε να δείτε, αυτή τη στιγμή αυτό που πρωτεύει απ' όλα είναι να φύγει η χούντα απ' τη μέση. Εγώ θα κάνω ό,τι μου είναι δυνατόν να σας βοηθήσω. Δεν υπάρχει περίπτωση Ελληνας να κοιμάται αυτή τη στιγμή. Βεβαίως θα είμαι έτοιμος να γυρίσω ανά πάσα στιγμή. Ο Θεός μαζί σας. Ευχαριστώ πάρα πολύ.Γεια σας, γεια σας». Ο Καραμανλής δεν τηλεφώνησε ποτέ ξανά στον Κωνσταντίνο. Από τα παραπάνω είναι σαφές πως ο τέως βασιλεύς μιλάει σε αυτή τη συνέντευξη για όλα τα πρόσωπα και τα γεγονότα που σφράγισαν τη βασιλεία του. Είναι εύλογο, ίσως, να μην μπορεί να παραδεχθεί ακόμη δημόσια ότι υπήρξαν συνεργάτες του που έπαιζαν τα δικά τους «παιχνίδια». Μπορεί ακόμη να μη θέλει να δημοσιοποιήσει ποιος ή ποιοι πολιτικοί τον παρέσυραν πριν από τις 15 Ιουλίου 1965 διαβεβαιώνοντάς τον ότι «120 βουλευτές της EK είναι μαζί μας και θα ψηφίσουν όποια κυβέρνηση τους προτείνετε». Σίγουρα πάντως αυτή η συνέντευξη είναι πιο κοντά στο τι θα απαντούσε ο Κωνσταντίνος αν ένα βράδυ τα παιδιά του του ζητούσαν να εξηγήσει «γιατί έχασε τον θρόνο», είναι δηλαδή η πιο αποκαλυπτική και κατά το δυνατόν ειλικρινής τοποθέτησή του ως τώρα.